main content graphic
preloader icon

ΕΠΙΛΥΩ | Επιστημονικός Φορέας Ιατρικής Μετεκπαίδευσης

ΕΠΙΛΥΩ

Καλώς ήρθατε στον Επιστημονικό Φορέα Ιατρικής
Μετεκπαίδευσης «ΕΠΙΛΥΩ».

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΕΣΑΣ

22 Μαρτίου 2026


Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου

Πλήρως Κλειστό Σύστημα AID θα μπορούσε να Απλοποιήσει τα Γεύματα για Άτομα με Διαβήτη Τύπου 2

Για τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 που χρησιμοποιούν ινσουλίνη, τα συστήματα αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης (AID) μπορούν να βοηθήσουν ώστε η διαχείριση του διαβήτη να γίνει πιο εύκολη. Ωστόσο, ακόμη και με AID, τα γεύματα απαιτούν λήψη αποφάσεων – όπως μέτρηση υδατανθράκων, δήλωση τροφής και σωστός χρονισμός της ινσουλίνης.

Στο συνέδριο ATTD αυτής της εβδομάδας, μια μικρή μελέτη από τη Νέα Ζηλανδία εξέτασε πώς τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 τα πήγαν όταν δοκίμασαν ένα σύστημα AID που διαχειριζόταν αυτές τις αποφάσεις αυτόματα.

Όσοι πέρασαν από ενέσεις ινσουλίνης σε μια πειραματική έκδοση του Omnipod 5 σε αυτή την αυτόματη λειτουργία, που ονομάζεται πλήρως κλειστός βρόχος (fully closed loop), πέρασαν το 68% του χρόνου εντός στόχου (70–180 mg/dL), σε σύγκριση με 44% κατά τη διάρκεια της τυπικής θεραπείας. Οι συμμετέχοντες στη μελέτη δεν δήλωναν τα γεύματα ούτε χορηγούσαν δόσεις (boluses), ενώ ο χρόνος κάτω από το εύρος στόχου παρέμεινε πολύ χαμηλός. Ένα ποσοστό χρόνου εντός στόχου της τάξης του 70% χρησιμοποιείται συχνά ως στόχος για τη μείωση του κινδύνου επιπλοκών του διαβήτη. Όσοι χρησιμοποίησαν την πλήρως κλειστή εκδοχή του συστήματος παρουσίασαν μάλιστα ελαφρώς καλύτερα αποτελέσματα από εκείνους που δήλωναν τα γεύματα.

💡 Γιατί έχει σημασία: Συστήματα που μπορούν να επιτυγχάνουν καλά αποτελέσματα χωρίς δήλωση γευμάτων ή χειροκίνητη χορήγηση ινσουλίνης θα μπορούσαν να μειώσουν το καθημερινό βάρος της διαχείρισης του σακχάρου και να κάνουν το AID πιο πρακτικό για άτομα που θέλουν να σκέφτονται λιγότερο τον διαβήτη την ώρα του φαγητού.

Το Σύστημα AID MiniMed Αποδίδει Πολύ Καλά με τον Νέο Αισθητήρα Instinct

Πέρυσι, η Abbott παρουσίασε τον αισθητήρα Instinct, έναν αισθητήρα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM) διάρκειας 15 ημερών, σχεδιασμένο για το σύστημα αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης (AID) MiniMed 780G. Είναι ο μικρότερος από τους τέσσερις αισθητήρες CGM που είναι συμβατοί με αυτό το σύστημα.

Νέα έρευνα έδειξε ότι τα άτομα που χρησιμοποίησαν τον αισθητήρα Instinct με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις πέρασαν σχεδόν το 80% του χρόνου τους εντός στόχου. Επιπλέον, όσοι άλλαξαν από τον αισθητήρα Guardian 4 – μια μεγαλύτερη επιλογή CGM διάρκειας μίας εβδομάδας – στον Instinct, πέρασαν 2% περισσότερο χρόνο εντός στόχου. Οι ερευνητές απέδωσαν αυτή τη βελτίωση στο γεγονός ότι οι χρήστες του Instinct διατηρούσαν το σύστημα AID τους σε Auto Mode για περισσότερη ώρα. Αυτό υποδηλώνει ότι ο αλγόριθμος του AID, και όχι ο συγκεκριμένος αισθητήρας που χρησιμοποιείται, είναι ο βασικός παράγοντας επιτυχίας του συστήματος.

💡 Γιατί έχει σημασία: Έρευνες έχουν δείξει ότι τα αλγοριθμικά συστήματα AID βοηθούν τους ανθρώπους να περνούν περισσότερο χρόνο εντός στόχου. Αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι ο αισθητήρας Instinct μπορεί να διευκολύνει τους χρήστες του MiniMed 780G να αξιοποιούν πλήρως τον αλγόριθμο του συστήματος.

Κουραστήκατε από τους Υπολογισμούς; Μια Εφαρμογή Ίσως Βοηθήσει στη Δοσολογία Ινσουλίνης

Αν και η χρήση αυτοματοποιημένων αντλιών ινσουλίνης αυξάνεται, πολλοί άνθρωποι με διαβήτη βασίζονται σε πολλαπλές καθημερινές ενέσεις ινσουλίνης (MDI). Παρόλο που μπορούν να διαχειριστούν το σάκχαρό τους με αυτόν τον τρόπο, η συνεχής λήψη αποφάσεων για τη σωστή δόση τη σωστή στιγμή μπορεί να προκαλέσει άγχος και να αυξήσει την πιθανότητα λαθών.

Το DreaMed είναι μια εφαρμογή εγκεκριμένη από τον FDA που βοηθά άτομα με διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2 που χρησιμοποιούν MDI στη ρύθμιση της δοσολογίας ινσουλίνης. Συλλέγει δεδομένα από τον αισθητήρα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM) του χρήστη και παρέχει προτάσεις για ημερήσιες και εβδομαδιαίες δόσεις ινσουλίνης, οι οποίες αξιολογούνται από επαγγελματία υγείας.

Αποτελέσματα από μια νέα μελέτη που παρουσιάστηκε στο ATTD αφορούσαν άτομα με διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2 που λαμβάνουν ενέσεις ινσουλίνης και δοκίμασαν το DreaMed για 10 εβδομάδες. Τα δεδομένα έδειξαν βελτίωση στους δείκτες CGM – ο μέσος χρόνος εντός στόχου αυξήθηκε κατά 9,5% μεταξύ όσων ακολούθησαν τις συστάσεις της εφαρμογής. Οι συμμετέχοντες δήλωσαν ικανοποίηση από την εφαρμογή και ανέφεραν ότι ενίσχυσε την αυτοπεποίθησή τους.

💡 Γιατί έχει σημασία: Για τα άτομα που χρησιμοποιούν MDI, εφαρμογές όπως το DreaMed επιτρέπουν απομακρυσμένη συνεργασία μεταξύ επαγγελματιών υγείας και ασθενών, μειώνουν το νοητικό φορτίο και μπορούν να κάνουν ευκολότερη τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη δοσολογία της ινσουλίνης.

Θα Μπορούσαν τα Τεχνητά «Δίδυμα» να Μεταμορφώσουν τη Φροντίδα του Διαβήτη;

Τα συστήματα αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης (AID) αναλαμβάνουν μεγάλο μέρος της διαχείρισης του διαβήτη, αλλά απαιτούν προσαρμογές στις ρυθμίσεις ώστε να βρεθεί τι λειτουργεί καλύτερα για τα γεύματα, τις διορθώσεις και την καθημερινή ρουτίνα.

Στην εναρκτήρια συνεδρία του ATTD, ο Boris Kovatchev, καθηγητής μαθηματικών και διευθυντής του UVA Center for Diabetes Technology, μίλησε για το πώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κάνει αυτή τη διαδικασία πιο εύκολη. Εξήγησε ότι ένα «ψηφιακό δίδυμο» (digital twin), δηλαδή μια εικονική αναπαράσταση των δεδομένων διαβήτη ενός ατόμου, μπορεί να δοκιμάζει αλλαγές στις ρυθμίσεις της αντλίας πριν αυτές εφαρμοστούν στην πραγματική ζωή.

Ο Kovatchev παρουσίασε μια μικρή μελέτη με 72 έμπειρους χρήστες AID και διαπίστωσε ότι όταν προστέθηκε αυτό το διαδραστικό σύστημα ψηφιακού διδύμου, ο χρόνος εντός στόχου αυξήθηκε από 72% σε 77%. Το μεγαλύτερο όφελος παρατηρήθηκε σε άτομα που ξεκινούσαν με επίπεδα A1C πάνω από 7%.

Επίσης, εξέτασε πώς στο μέλλον η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να βοηθήσει στην πλήρη αυτοματοποίηση της χορήγησης ινσουλίνης, συμπεριλαμβανομένης της δοσολογίας στα γεύματα χωρίς να απαιτείται από τους χρήστες να δηλώνουν τι τρώνε. Οι αρχικές έρευνες δείχνουν ότι τέτοια συστήματα είναι εφικτά, αλλά βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης.

💡 Γιατί έχει σημασία: Αυτή η έρευνα δείχνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να έχουν καλύτερα αποτελέσματα όταν τα συστήματα AID προσαρμόζονται στις ανάγκες τους, αντί να προσαρμόζονται οι ίδιοι στο σύστημα. Ένα ψηφιακό δίδυμο θα μπορούσε να κάνει αυτή τη διαδικασία πιο ασφαλή και εύκολη, δοκιμάζοντας αλλαγές πριν εφαρμοστούν στην πράξη, με λιγότερες δοκιμές και λάθη.


Οι Κίνδυνοι της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Διαχείριση του Διαβήτη

Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) έχει μεταμορφώσει την ταχύτητα και την ευκολία με την οποία οι άνθρωποι αποκτούν πρόσβαση σε πληροφορίες υγείας. Προηγμένα συστήματα AI όπως το ChatGPT μπορεί να φαίνονται ιδιαίτερα χρήσιμα για πράγματα όπως η καταμέτρηση υδατανθράκων και η ανάλυση δεδομένων από αισθητήρες συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM) και αντλίες ινσουλίνης, αλλά αυτό δεν σημαίνει πάντα ότι είναι αξιόπιστα – και μπορεί ακόμη και να είναι επικίνδυνα.

Μια ανάλυση ερευνών σχετικά με την ακρίβεια των συστημάτων AI στην καταμέτρηση υδατανθράκων και τη δοσολογία ινσουλίνης, που παρουσιάστηκε στο ATTD, έδειξε πιθανώς επικίνδυνες ασυνέπειες. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι για απλά τρόφιμα, η AI μπορούσε να αναγνωρίσει σωστά εικόνες στο 95% των περιπτώσεων, αλλά όταν επρόκειτο για πιο σύνθετα γεύματα (όπως λαζάνια), μοντέλα AI όπως το ChatGPT ήταν σωστά μόνο στο 43% των περιπτώσεων.

Μια άλλη μικρή μελέτη που συνέκρινε την ακρίβεια της καταμέτρησης υδατανθράκων μεταξύ μοντέλων AI και ανθρώπινων διαιτολόγων έδειξε ότι οι διαιτολόγοι ήταν μακράν η πιο ασφαλής επιλογή. Τα ποσοστά σφάλματος για επικίνδυνες υπερεκτιμήσεις υδατανθράκων (κατά 20 γραμμάρια ή περισσότερο), που οδήγησαν άμεσα σε σοβαρή υπογλυκαιμία, ήταν τα εξής:

Διαιτολόγοι: 3% 

ChatGPT: 13% 

Claude: 17% 

Gemini: 38% 

Η υπερεκτίμηση των υδατανθράκων μπορεί να είναι επικίνδυνη, καθώς οδηγεί σε λάθη στη δοσολογία ινσουλίνης και αυξάνει τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Οι ειδικοί συμβουλεύουν ότι τα άτομα με διαβήτη τύπου 1 που χρησιμοποιούν AI για βοήθεια στη διαχείριση του διαβήτη θα πρέπει να συμβουλεύονται έναν επαγγελματία υγείας πριν κάνουν οποιαδήποτε αλλαγή στο θεραπευτικό τους πλάνο.

💡 Γιατί έχει σημασία: Η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται όλο και πιο εξελιγμένη, αλλά οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί ακόμη να αντικαταστήσει την ανθρώπινη κρίση που απαιτείται για κρίσιμες πτυχές της διαχείρισης του διαβήτη, όπως η ασφαλής καταμέτρηση υδατανθράκων και η ρύθμιση παραμέτρων αντλίας ινσουλίνης. Αν και η AI μπορεί να μειώσει σημαντικά το γνωστικό φορτίο στη διαχείριση του διαβήτη τύπου 1, συχνά παραλείπει ή παρερμηνεύει δεδομένα, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε λάθη στη δοσολογία ινσουλίνης. Οι ειδικοί συμφωνούν ότι προς το παρόν δεν είναι πλήρως έτοιμη για πλήρη αξιοποίηση χωρίς επιφυλάξεις και ότι μια δεύτερη (ανθρώπινη) γνώμη είναι απαραίτητη.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
19 Οκτωβρίου 2025
Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc(MedSci) Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία 
Επιστημονικός Συνεργάτης Γ.Ν. Πειραιά «Τζάνειο»

Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, MSc, PhD
Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γ.Ν. Πειραιά «Τζάνειο»

Μέχρι στιγμής η μέθοδος του πιάτου αποτελεί το πιο διαδεδομένο εργαλείο κατανομής των τροφίμων στα γεύματα, με στόχο την κάλυψη των αναγκών σε θρεπτικά συστατικά αλλά και την επίτευξη καλύτερων τιμών σακχάρου αίματος για άτομα με σακχαρώδη διαβήτη. Η μέθοδος επισημαίνει πως όλες οι τροφές μπορούν να ενταχθούν στο πιάτο μας αρκεί η εικόνα να δείχνει «ισορροπημένη». Τελικά, η ελεγχόμενη ποσότητα των μερίδων που θα καταναλώσουμε ημερησίως θα παίξει και το μεγαλύτερο ρόλο στη βελτίωση της υγείας μας. Εμπνευστές της μεθόδου υπήρξαν η Σουηδική Διαβητολογική Εταιρία και ο Βρετανικός Σύλλογος Διαιτολόγων, όπου το 1987 σύστησαν το λεγόμενο “Plate Model” με σκοπό τη διατροφική ενημέρωση και εκπαίδευση του κοινού. Σύμφωνα με τους παραπάνω οργανισμούς το πιάτο χωρίζεται σε 3 τμήματα: ½ λαχανικά (μη αμυλούχα), ¼ υδατάνθρακες (ψωμί, δημητριακά, όσπρια, αμυλούχα λαχανικά) και ¼ πρωτεΐνες (κρέας, τυριά, ψάρια, αυγά), ενώ, το φρούτο, τα γαλακτοκομικά χαμηλών λιπαρών και τα ακόρεστα λιπαρά οξέα (ελαιόλαδο) αποτελούν απαραίτητα συνοδευτικά. Όπως υποστηρίζεται η μέθοδος αυτή προάγει την υγιή σχέση με το φαγητό δεδομένου ότι περιλαμβάνει ελκυστικούς συνδυασμούς τροφίμων που έχουν εφαρμογή όχι μόνο στην καθημερινότητα αλλά και σε εορταστικές περιόδους ή και διακοπές. 

½ πιάτου: μη-αμυλούχα λαχανικά 
Τα μη-αμυλούχα λαχανικά είναι εξαιρετικά ωφέλημα για την υγεία, καθώς αποδίδουν ελάχιστες θερμίδες και αποτελούν βασική πηγή βιταμινών, μετάλλων, ιχνοστοιχείων και φυτικών ινών. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η χαμηλή περιεκτικότητα σε απορροφήσιμους υδατάνθρακες, δεδομένου ότι το ανθρώπινο σώμα δεν διαθέτει ένζυμα που απαιτούνται για τη διάσπαση των φυτικών ινών. Η παρουσία αδιάλυτων φυτικών ινών στα λαχανικά βελτιώνει την κινητικότητα του εντέρου και αυξάνει το βάρος και τον όγκο των κοπράνων, διευκολύνοντας τη διέλευσή τους από το έντερο μειώνοντας την εμφάνιση γαστρεντερολογικών ενοχλήσεων (π.χ. δυσκοιλιότητα). Επιπλέον, η κατανάλωση μη-αμυλούχων λαχανικών μπορεί να συμβάλει στον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο αλλά και στη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης αίματος. Αυτό οφείλεται στο ότι τα λαχανικά είναι πλούσια σε φυτοχημικές ουσίες με αντιοξειδωτική δράση (πολυφενόλες, φυτοστερόλες, καροτενοειδή) οι οποίες συμμετέχουν σε διεργασίες όπως ο μεταβολισμός των λιπών, η έκκριση της ινσουλίνης, η μείωση της ινσουλινοαντίστασης, η μείωση της φλεγμονής και η ισορροπία της μικροβιακής χλωρίδας του εντέρου. Για όλους τους παραπάνω λόγους, καλό θα είναι τα μη-αμυλούχα λαχανικά να αποτελούν κομμάτι της διατροφής μας, κατά προτίμηση ωμά, καθώς το παρατεταμένο βράσιμο μπορεί να μειώσει την περιεκτικότητα τους σε βιταμίνες.  

Συνοδευτικό: φρούτο 
Οι περισσότερες ευεργετικές ιδιότητες των φρούτων είναι αντίστοιχες με αυτές των μη-αμυλούχων λαχανικών, με τη διαφορά ότι περιέχουν κυρίως διαλυτές φυτικές ίνες, οι οποίες παρουσία νερού,  διαλύονται σχηματίζοντας στο έντερο ένα είδος gel που επιβραδύνει τελικά τη διέλευση της τροφής, ενισχύοντας τον κορεσμό. Σημασία έχει εξίσου και η μορφή κατά την οποία θα καταναλωθούν τα φρούτα, καθώς με την αφαίρεση του φλοιού μειώνεται η περιεκτικότητα από βιταμίνες. Η κατανάλωση χυμού καλό θα είναι να αποφεύγεται, ειδικότερα εάν περιλαμβάνει την προσθήκη επιτραπέζιας ζάχαρης, δεδομένου ότι τα φρούτα ήδη αποτελούν πηγή φυσικών σακχάρων. 

¼ πιάτου: υδατάνθρακες 
Η παρουσία υδατανθράκων στο γεύμα είναι απαραίτητη, καθώς αποτελούν την κύρια πηγή ενέργειας για τον οργανισμό και βασικό καύσιμο για τη λειτουργία του εγκεφάλου. Ανάλογα τον αριθμό μορίων γλυκόζης που περιέχουν, οι υδατάνθρακες διακρίνονται σε 3 κατηγορίες: μονοσακχαρίτες, δισακχαρίτες, πολυσακχαρίτες. Στη διατροφή μας είναι προτιμότερο να επιλέγουμε σύνθετους υδατάνθρακες (πολυσακχαρίτες) δεδομένου ότι η παρουσία φυτικών ινών στο τρόφιμο ενισχύει και την περιεκτικότητα του σε βιταμίνες και μέταλλα. Τα τελευταία χρόνια η κατανάλωση αμυλούχων τροφών περιορίζεται διότι, εσφαλμένα, έχει συνδεθεί με την πρόσληψη σωματικού βάρους. Έχει σημασία να τονίσουμε πως η ποιότητα του τροφίμου εξαρτάται από την επεξεργασία που έχει υποστεί εξού και κυρίως οι ραφιναρισμένοι υδατάνθρακες ενοχοποιούνται για μειωμένη θρεπτική αξία και επιπτώσεις στην υγεία. 

¼ πιάτου: πρωτεΐνες 
Τα αμινοξέα των πρωτεϊνών αποτελούν βασικό δομικό υλικό για τα κύτταρα και τη διατήρηση της μυϊκής και της οστικής μάζας. Σε μεγαλύτερες ηλικίες όπου οι ανάγκες του οργανισμού σε πρωτεΐνες αυξάνονται, εφόσον το επιτρέπει το ιατρικό ιστορικό, μπορεί να χορηγηθούν αμινοξέα ακόμη και συμπληρωματικά της διατροφής. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι πρωτεΐνες ζωικής προέλευσης είναι, κατά κανόνα, περισσότερο βιοδιαθέσιμες και παρέχουν στον οργανισμό απαραίτητα αμινοξέα, τα οποία δεν μπορεί να συνθέσει ενδογενώς. Για τους παραπάνω λόγους ενθαρρύνεται η κατανάλωση άπαχων πρωτεϊνούχων τροφών (κοτόπουλο, ψάρι, γαλοπούλα) έναντι τροφών όπως το μοσχάρι, το χοιρινό και τα επεξεργασμένα κρέατα, καθώς, η περιεκτικότητά τους σε κορεσμένα λιπαρά συνδέεται με την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων αλλά και κάποιες μορφές καρκίνου όπως αυτή του παχέος εντέρου. Εκτός από την παροχή ενέργειας, οι πρωτεϊνούχες τροφές αποτελούν και βασική πηγή πολύτιμων μικροθρεπτικών συστατικών όπως βιταμίνες του συμπλέγματος Β, σιδήρου και ψευδαργύρου. Για τα άτομα που ακολουθούν χορτοφαγική διατροφή,  ο σωστός συνδυασμός φυτικών πρωτεϊνών (π.χ. ρύζι με όσπρια) θα μπορούσε να εξασφαλίσει την πρόσληψη πλήρους πρωτεΐνης, καλύπτοντας έτσι τις ανάγκες του οργανισμού σε απαραίτητα αμινοξέα. 

Συμπερασματικά, η μέθοδος του πιάτου φαίνεται να χρησιμεύει στους περισσότερους από εμάς, καθώς, έχει εφαρμογή σε άτομα: με υγιές σωματικό βάρος, με υπερβαρότητα ή παχυσαρκία, με υποκείμενα νοσήματα, χορτοφάγους και όλων των εθνικοτήτων. Συμβουλευτείτε τη θεραπευτική ομάδα που σας παρακολουθεί ώστε να  προσαρμόσετε το πιάτο σας στις προσωπικές σας ανάγκες.

Βιβλιογραφία:

Camelon KM, Hådell K, Jämsén PT, Ketonen KJ, Kohtamäki HM, Mäkimatilla S, Törmälä ML, Valve RH. The Plate Model: a visual method of teaching meal planning. DAIS Project Group. Diabetes Atherosclerosis Intervention Study. J Am Diet Assoc. 1998 Oct;98(10):1155-8. 

Cena H, Calder PC. Defining a Healthy Diet: Evidence for The Role of Contemporary Dietary Patterns in Health and Disease. Nutrients. 2020 Jan 27;12(2):334. 

Ioan SARAC, Monica BUTNARIU (2020) Food Pyramid - The Principles of a Balanced Diet. International Journal of Nutrition - 5(2):24-31.

Sarwar, Muhammad & Sarwar, Muhammad & Khalid, Muhammad Taimoor & Sarwar, Muhammad. (2015). Effects of Eating the Balance Food and Diet to Protect Human Health and Prevent Diseases. Circuits Systems and Signal Processing. 1. 99-104.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ

NEWSLETTER

Για την άμεση ενημέρωσή σας γραφτείτε

Διάβασα και αποδέχομαι τους όρους

Εγγραφή