main content graphic
preloader icon

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΕΣΑΣ

Αυτοαντισώματα στον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου Ι.
04 Νοεμβρίου 2022
Αυτοαντισώματα στον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου Ι.

Επιμέλεια: Μαρία Δημητρίου, Τμήμα Ανοσολογίας-Ιστοσυμβατότητας, Γ.Ν.Ν.Π. «Άγιος Παντελεήμων», Πειραιάς

 

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου Ι (ΣΔτΙ), είναι ένα χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα, στο οποίο η ανοσιακή απόκριση μέσω συγκεκριμένων αυτοαντισωμάτων στρέφεται εναντίον κυττάρων τα οποία εδράζονται στο πάγκρεας. Αυτά τα αυτοαντισώματα είναι ειδικά και η σύνδεσή τους με τα κύτταρα του παγκρέατος οδηγεί σε καταστροφή ή καταστολή της φυσιολογικής τους λειτουργίας. Όσοι θα νοσήσουν από ΣΔτΙ είναι άτομα με προϋπάρχουσα γενετική προδιάθεση η οποία σε συνδυασμό με περιβαλλοντικές επιρροές συνήθως νωρίς στη ζωή, επάγει την αυτοανοσία κατά των β-κυττάρων του παγκρέατος. Η απώλεια των β-κυττάρων οδηγεί σε σταδιακή μείωση της παραγωγής ενδογενούς ινσουλίνης με αποτέλεσμα απώλεια του ελέγχου τουσακχάρου στο αίμα και επακόλουθη εξάρτηση από την χορήγηση εξωγενούς ινσουλίνης.

Η αιτιολογία της αυτοανοσίας των β-κυττάρων είναι ακόμη ασαφής. Μόλις όμως ξεκινήσει η ανοσιακή απόκριση, η εξέλιξη προς την κλινική έκφραση του ΣΔτΙ αποτυπώνεται σε3 στάδια:

1.     Ασυμπτωματική αυτοανοσία των β-κυττάρων με νορμογλυκαιμία

2.     Ασυμπτωματική αυτοανοσία των β-κυττάρων με δυσγλυκαιμία

3.     Συμπτωματικός Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου Ι.

Η αλληλουχία των γεγονότων από την αυτοανοσία έως την κλινική εμφάνιση του διαβήτη είναι σχετικά προβλέψιμη, αλλά η διάρκεια κάθε φάσης μπορεί να ποικίλλει ευρέως μεταξύ των διαφόρων ατόμων. Διάφορα γενετικά τεστ μπορούν να αποκαλύψουν τη διαστρωμάτωση του κινδύνου κατά τη γέννηση, αν και διαφορετικά γονίδια και περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν την αυτοανοσία των β-κυττάρων. Ως δείκτης πρόβλεψης χρησιμοποιείται ο HLA γονότυπος και κάποια αυτοαντισώματα.

            Τα πρώτα αυτοαντισώματα που περιγράφονται στον ΣΔτΙ είναι τα αυτοαντισώματα έναντι των νησιδίων του παγκρέατος (ΙCA: islet cell antibodies). Αυτά στρέφονται έναντι κυτταροπλασματικών πρωτεϊνών όλων των τύπων κυττάρων των νησιδίων. Όχι μόνο κατά των β-κύτταρων. Ανιχνεύονται με τη μέθοδο του έμμεσου ανοσοφθορισμού και με ELISA. Είναι παρόντα στο 80% των ατόμων κατά τη διάγνωση. Πλέον έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από δοκιμασίες προσδιορισμού άλλων αυτοαντισωμάτων που στρέφονται κατά συγκεκριμένων πρωτεϊνών των νησιδίων του παγκρέατος.          

Τα αυτοαντισώματα ΙΑΑ (κατά της ινσουλίνης) είναι τα πρώτα που εμφανίζονται κατά την έναρξη της νόσου ενώ μειώνεται η εμφάνισή τους με την αύξηση της ηλικίας. Ανιχνεύονται στο 80% των ασθενών κάτω των δέκα ετών με υψηλότερους τίτλους στα παιδιά κάτω των πέντε ετών και στο 60% ασθενών μεταξύ 10-20 ετών. Τα ΙΑΑ εμφανίζονται συνήθως μαζί με τα GAD65 (αυτοαντισώματαέναντι αποκαρβοξυλάσης του γλουταμινικού οξέος). Τα αυτοαντισώματα κατά του GAD65ανιχνεύονται στο 70% των ασθενών πριν την έναρξη της νόσου και στο 70-90% των ασθενών στην αρχή της νόσου. Επίσης είναι ο πιο ευαίσθητος δείκτης για το ΣΔτΙ των ενηλίκων, καθώς και για το LADA (λανθάνων αυτοάνοσος διαβήτης των ενηλίκων) με εμφάνιση 90%.

Επιπλέον αυτοαντισώματα μπορεί να εμφανιστούν και να επηρεάσουν την εξέλιξη σε καθένα από τα στάδια της ανάπτυξης της νόσου. Τα αυτοαντισώματα κατά του αντιγόνου-2των νησιδίων (ΙΑ2: islet antigen-2) πρωτεϊνικής φωσφατάσης της τυροσίνης εμφανίζονται σε ποσοστό 50-70% των παιδιών και εφήβων και σε ποσοστό 30-50% των ενηλίκων με πρόσφατα διαγνωσμένο ΣΔτΙ. Τα ΙΑ2 εμφανίζονται στο 50% των ατόμων με ΣΔτΙ ακόμη και πριν την κλινική εκδήλωση της νόσου, ενώ είναι παρόντα σε μικρό ποσοστό και στο LADA.

Τα αντισώματα έναντι του μεταφορέα ψευδαργύρου ZnT8, είναι ανιχνεύσιμα στον ορό πολλών παιδιών στο προδιαγνωστικό στάδιο και παραμένουν έως την εκδήλωση του ΣΔτΙ. Μειώνονται γρήγορα τα πρώτα χρόνια μετά την έναρξη της νόσου. Ανιχνεύονται σε ένα 25% των ασθενών με LADA ακολουθώντας σε ποσοστό συχνότητας εμφάνισης τα GAD65.

H παρουσία πολλαπλών αυτοαντισωμάτων αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα για εκδήλωση ΣΔτΙ.70% των διαβητικών ατόμων έχουν τρία ή τέσσερα αυτοαντισώματα, ενώ μόνο το 10%έχει μόνο ένα αυτοαντίσωμα. Περίπου το 96% των ατόμων είναι θετικά για τουλάχιστον ένα από τα τέσσερα αυτοαντισώματα. Η διάρκεια του πρώτου σταδίου της παθογένεσης μπορεί να ποικίλλει από μερικούς μήνες έως και δεκαετίες. Όσο μεγαλύτερο είναι το άτομο κατά την εμφάνιση της αυτοανοσίας, όσο βραδύτερη η πρόοδος στην εμφάνιση πάνω από ένα αυτοαντίσωμα και όσο χαμηλότεροι είναι οι τίτλοι  των ΙΑΑ, τόσο περισσότερο θα καθυστερήσει η κλινική έναρξη του διαβήτη. Αντιθέτως όσο υψηλότεροι είναι οι τίτλοι των ΙΑΑ και ΙΑ2 αλλά όχι οι τίτλοι των GAD65 τόσο πιο πολύ αυξάνεται η πιθανότητα για κλινική εκδήλωση της νόσου στα προσεχή 5 έτη. Τα άτομα με αυτοαντισώματα ΙΑ2 ΚΑΙ ZnT8A τείνουν να εξελίσσονται πιο γρήγορα ως προς τη νόσο σε σχέση με τα άτομα χωρίς αυτά τα αυτοαντισώματα.    

Η αυτοάνοση διεργασία είναι δυναμική και συνεχώς εξελισσόμενη. Ο ανοσολογικός έλεγχος που διενεργείται σε μια δεδομένη στιγμή αποτελεί ένα στιγμιότυπο και μόνο, αυτής της εξέλιξης. Έχοντας αυτό κατά νου, αντιλαμβανόμαστε ότι τα διάφορα αυτοαντισώματα δεν εμφανίζονται πάντα συγχρόνως επομένως οι προσδιορισμοί θα πρέπει να επαναλαμβάνονται. Επιπλέον πρέπει να θυμόμαστε ότι η εξαφάνιση των αυτοαντισωμάτων δε σημαίνει και την παύση της καταστροφής των β-κυττάρων. Για να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς την προγνωστική αξία των αυτοαντισωμάτων σε συγγενείς ασθενών με τουλάχιστον ένα αυτοαντίσωμα απαιτείται στενή παρακολούθηση με προσδιορισμό τους για αρκετά έτη. Ο ΣΔτΙ δεν είναι 100% κληρονομικός. Δεν έχει εντοπιστεί ένα συγκεκριμένο γονίδιο που να προκαλεί τη νόσο. Πολλοί άνθρωποι αναπτύσσουν τη νόσο χωρίς οικογενειακό ιστορικό. Επίσης πολλά άτομα που φέρουν ένα αυτοαντίσωμα, ενδέχεται να μην αναπτύξουν ποτέ διαβήτη. Είναι αδύνατο μα και οικονομικά ασύμφορο να ελεγχθούν όλοι καθώς οι διαγνώσεις θα ήταν ελάχιστες και τα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα αρκετά. Προς το παρόν οι δοκιμασίες προσδιορισμού αντισωμάτων συνιστώνται μόνο σε όσους έχουν άμεσα μέλη της οικογένειας με διάγνωση ΣΔτΙ ή σε όσους η διάγνωση είναι ασαφής.

 

Συμπερασματικά

Η εμφάνιση των αυτοαντισωμάτων για το ΣΔτΙ μπορεί να προηγείται της κλινικής εκδήλωσης της νόσου για χρόνια, ακόμη και δεκαετίες. Η ανίχνευση πολλαπλών αυτοαντισωμάτων αποτελεί ένα ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για ανάπτυξη της νόσου. Ο συνδυασμός προσδιορισμού αυτοαντισωμάτων επιτρέπει την ταυτοποίηση του ΣΔτΙ ο οποίος έχει ήδη ξεκινήσει σε 98% των περιπτώσεων.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1.     Couper JJ, Haller MJ, Ziegler AG et al. ISPAD ClinicalPractice Consensus Guidelines 2014. Phases of type 1 diabetes in children andadolescents. Pediatr Diabetes 2014;15(Suppl 20):18–25.

2.      KrischerJP, Lynch KF, Schatz DA et al. The 6 year incidence of diabetes-associatedautoantibodies in genetically at-risk children: the TEDDY study. Diabetologia 2015;58:980–987.

3.      BingleyPJ. Clinical applications of diabetes antibody testing. J Clin Endocrinol Metab2010; 95:25–33.

4.      AnderssonC, Kolmodin M, Ivarsson SA et al. Islet cell antibodies (ICA)identify autoimmunity in children with new on- set diabetes mellitus negativefor other islet cell antibodies. Pediatr Diabetes 2013; 15:336–344.

5.      SteckAK, Dong F, Waugh K et al. Predictors of slow progression to diabetes in childrenwith multiple islet autoanti- bodies. J Autoimmun 2016; 72:113–117.

6.      Yu L,Boulware DC, Beam CA et al. Zinc transporter-8 autoantibodies improve predictionof type 1 diabetes in relatives positive for the standard biochemicalautoantibodies. Diabetes Care 2012; 35:1213–1218.

7.      DelliAJ, Vaziri-Sani F, Lindblad B et al. Zinc transporter 8autoantibodies and their association with SLC30A8 and HLA-DQ genes differbetween immigrant and Swedish patients with newly diagnosed type 1 diabetes inthe Better Diabetes Diagnosis study. Diabetes 2012; 61:2556–2564.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Σακχαρώδης Διαβήτης Κύησης, Σωματικό Βάρος & Υδατάνθρακες
12 Οκτωβρίου 2022
Σακχαρώδης Διαβήτης Κύησης, Σωματικό Βάρος & Υδατάνθρακες

Άννα Μωυσίδη

Διαιτολόγος –Διατροφολόγος BSc.MSc.

Ειδίκευση Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία

 

Κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης όλες οι γυναίκες αναπτύσσουν ινσουλινοαντίσταση με σκοπό να εξασφαλιστεί η παροχή όλων των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών (γλυκόζη, λιπαρά οξέα, αμινοξέα) στο έμβρυο. Στις περιπτώσεις όμως που η έκκριση της ινσουλίνης δεν μπορεί να υπερνικήσει την ινσουλινοαντίσταση που παρουσιάζεται φυσιολογικά στην έγκυο τότε υπάρχει πιθανότητα εμφάνισης Σακχαρώδη Διαβήτη Κύησης (ΣΔΚ). Ο λόγος για τον οποίο η έγκυος που διαγιγνώσκεται με ΣΔΚ καλείται να ελέγχει και να ρυθμίσει το σάκχαρό της είναι γιατί η πλεονάζουσα γλυκόζη που διαπερνά τον πλακούντα προκαλεί υπερέκκριση ινσουλίνης από το ίδιο το έμβρυο πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε εμβρυϊκή μακροσωμία, δηλαδή, αυξημένο βάρος νεογνού κατά τη γέννηση. Επιπλέον, η παρουσία ΣΔΚ αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) στη μητέρα και το παιδί, ενώ, φαίνεται να σχετίζεται και με την παρουσία παχυσαρκίας στο παιδί ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Η θεραπεία πρώτης γραμμής για γυναίκες με ΣΔΚ περιλαμβάνειτην ελεγχόμενη πρόσληψη σωματικού βάρους, το τακτικό ζύγισμα, την εφαρμογή ενός εξατομικευμένου πλάνου διατροφής, την αύξηση της φυσικής δραστηριότητας (εάν το επιτρέπει ο θεράποντας ιατρός) και την αυτομέτρηση σακχάρου αίματος. Με τον τρόπο αυτό το 70-85% των γυναικών με ΣΔΚ φαίνεται να καταφέρνει να ρυθμίσει το σάκχαρο και τελικά να μην χρειαστεί να προχωρήσει σε εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης.

Πρόσληψη σωματικού βάρους και ΣΔΚ:

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την πρόσληψη σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μας βοηθούν να θέσουμε τα απαραίτητα όρια είναι ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ)που είχε η γυναίκα πριν την εγκυμοσύνη, αλλά και το τρίμηνο στο οποίο βρίσκεται. Ένας πολύ γενικός κανόνας που ισχύει είναι πως η έγκυος χρειάζεται να προσλαμβάνει περίπου 300-400 γραμμάρια την εβδομάδα, πράγμα που αν το μεταφράσουμε σε κιλά αντιστοιχεί περίπου σε 10-12 κιλά συνολικά. Σε κάθε περίπτωση οι στόχοι αυτοί εξατομικεύονται ανάλογα τις ανάγκες της εγκύου. Ο λόγος για τον οποίο είναι σημαντική η πρόσληψη βάρους κατά την εγκυμοσύνη είναι γιατί θα συμβάλει στην ενδομήτρια ανάπτυξη του εμβρύου. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης στοχεύουμε στην ελεγχόμενη πρόσληψη βάρους και όχι στην απώλεια βάρους ακόμα και σε περιπτώσεις παχυσαρκίας.

Υδατάνθρακες και ΣΔΚ:

Στις περισσότερες γυναίκες με ΣΔΚ γεννάται δικαιολογημένα η απορία σχετικά με τον έλεγχο του σακχάρου αίματος και την κατανάλωση υδατανθράκων, εφόσον, γνωρίζουμε πως το μεγαλύτερο ποσοστό των υδατανθράκων της τροφής που καταναλώνουμε θα μετατραπεί τελικά σε γλυκόζη με αποτέλεσμα να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία. Παρόλα αυτά η διατροφή της εγκύου με ΣΔΚ θα πρέπει να περιλαμβάνει υδατάνθρακες, καθώς, πρόκειται για το πιο σημαντικό θρεπτικό συστατικό της τροφής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Συγκεκριμένα, οι υδατάνθρακες αποτελούν πηγή ενέργειας για την έγκυο και το έμβρυο, ενώ, ταυτόχρονα συμβάλουν στην ενδομήτρια ανάπτυξη και την εγκεφαλική λειτουργία του εμβρύου. Επιπλέον, η παρουσία υδατανθράκων στο γεύμα και κατά συνέπεια η χρήση της γλυκόζης για την παραγωγή ενέργειας προφυλάσσει την έγκυο από κετονουρία και επεισόδια κέτωσης που έχουν συνδεθεί με εγκεφαλική και κινητική δυσλειτουργία του εμβρύου. Καλό θα είναι να έχουμε υπόψιν πως στην περίπτωση που η έγκυος περιορίσει τους υδατάνθρακες στη διατροφή της, θα αναγκαστεί να καλύψει τις αυξημένες ενεργειακές της ανάγκες από μακροθρεπτικά συστατικά όπως είναι τα λιπαρά, πράγμα που σχετίζεται με την εμφάνιση ελεύθερων λιπαρών οξέων στην συστηματική κυκλοφορία και την αντίσταση στην ινσουλίνη.

Βάση κατευθυντήριων οδηγιών οι υδατάνθρακες θα πρέπει να αποτελούν το 45-65% της συνολικής ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης και σε κάθε περίπτωση η έγκυος χρειάζεται να προσλαμβάνει τουλάχιστον 175 γραμμάρια υδατανθράκων την ημέρα. Πηγές υδατανθράκων που μπορεί να επιλέξει είναι: προϊόντα ολικής άλεσης ή αλλιώς τα λεγόμενα ‘’σκουρόχρωμα’’ τρόφιμα(ψωμί, φρυγανιές, παξιμάδια, μακαρόνια, ρύζι, κριθαράκι, δημητριακά, βρώμη, πιττάκια, τορτίγια), λαχανικά (όλων των ειδών & χρωμάτων), αμυλούχα λαχανικά (φασολάκια, αρακάς, γλυκοπατάτα), φρούτα (φρούτα όλων των ειδών, άγουρα), όσπρια (όλων των ειδών, όχι χυλωμένα), γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλά σε λιπαρά. Πηγές υδατανθράκων που καλό θα είναι να αποφύγει στην παρούσα φάση: ζάχαρη, μέλι, μαρμελάδα, χυμοί φρέσκων φρούτων ή του εμπορίου, αναψυκτικά,  επεξεργασμένα τρόφιμα, γλυκίσματα (μπισκότα, κέικ, κρουασάν, πάστες, σοκολάτες), τηγανιτές πατάτες, πουρές πατάτας.

Χρήσιμα διατροφικά tips και ΣΔΚ:

Tip & φυτικέςίνεςκαταναλώστε τουλάχιστον 600γρ φρούτων & λαχανικών την ημέρα και εμπλουτίστε τη διατροφή σας με προϊόντα ολικής άλεσης για να μπορέσετε να εξασφαλίσετε τις ημερήσιες ανάγκες σας σε φυτικές ίνες.

Tip & γλυκαιμικός δείκτης: επειδή οι γυναίκες με ΣΔΚ παρουσιάζουν μειωμένη πρώτη φάση έκκρισης ινσουλίνης θα χρειαστεί να συμβουλευτείτε τους πίνακες κατάταξης τροφίμων με βάση το γλυκαιμικό δείκτη και να επιλέξετε τρόφιμα με το χαμηλότερο γλυκαιμικό δείκτη.

Tip &πρωινό γεύμα: λόγω του φαινομένου της αυγής τις πρωινές ώρες προκύπτει φυσιολογικά υπεργλυκαιμία, οπότε καλό θα είναι να μην ενισχύστε την ήδη υπάρχουσα υπεργλυκαιμία με τρόφιμα πλούσια σε υδατάνθρακες.

Tip & κατανομή γευμάτων: προγραμματίστε 3 κυρίως γεύματα και 2-3 snacks αφήνοντας σαφή κενά μεταξύ των γευμάτων. Αυτό εξυπηρετεί στον καταμερισμό των θερμίδων μέσα στην ημέρα, στην επίτευξη του κορεσμού αλλά και στην αποφυγή υπερκατανάλωσης υδατανθράκων σε ένα μόνο γεύμα. Συμβουλευτείτε έναν διατροφολόγο που θα συντάξει για εσάς ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα διατροφής με μετρημένους υδατάνθρακες απαλλάσσοντάς σας από αυτή τη σχετικά απαιτητική διαδικασία.

Συμπερασματικά:

Οι υδατάνθρακες των τροφών είναι αυτοί που θα επηρεάσουν σε μεγαλύτερο βαθμό τα επίπεδα του σακχάρου μεταγευματικά. Παρόλα αυτά πρόκειται για ένα απαραίτητο θρεπτικό συστατικό που η έγκυος με ΣΔΚ καλείται να προσλαμβάνει καθόλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Σε κάθε περίπτωση το συνολικό ποσό των υδατανθράκων που θα χρειαστεί να καταναλώσει ημερησίως αποτελεί διαδικασία εξατομίκευσης, ενώ ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στον τύπο των υδατανθράκων που επιλέγει η έγκυος με ΣΔΚ. Από τη συνεργασία του θεράποντος ιατρού και του διατροφολόγου η έγκυος θα εξασφαλίσει ελεγχόμενη πρόσληψη σωματικού βάρους και βέλτιστη γλυκαιμική ρύθμιση. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
ADA 22nd SCIENTIFIC SESSIONS NEW ORLEANS, USA  HIGHLIGHTS
12 Ιουνίου 2022
ADA 22nd SCIENTIFIC SESSIONS NEW ORLEANS, USA HIGHLIGHTS

ADA 22nd SCIENTIFICSESSIONS NEW ORLEANS, USA

 HIGHLIGHTS

 Φουστέρης Ευάγγελος, M.D., Ph.D.

Παθολόγος με εξειδίκευση στο ΣΔ

 

1.   Προσχέδιο της Συναινετικής Έκθεσης των ADA-EASD 2022 για τη διαχείριση της υπεργλυκαιμίας στον διαβήτη τύπου 2

a.   Η παχυσαρκία έχει γίνει συν-πρωταρχικός στόχος για τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2

b.   Πρώιμη συνδυαστική θεραπεία

c.   Εστίαση στην εκπαίδευση και αλλαγή στον τρόπο ζωής

d.   Ιατρική με ενσυναίσθηση με επίκεντρο τον ασθενή

e.   Πρόληψη των επιπλοκών του διαβήτη

 

2.   Συναινετική Έκθεση της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας για την 1. Καρδιακή ανεπάρκεια: Μια υποτιμημένη επιπλοκή του διαβήτη:

a.   Ο σκοπός αυτής της συναινετικής έκθεσης της Αμερικανικής Ένωσης Διαβήτη σε συνεργασία με το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας είναι να παρέχει σαφή καθοδήγηση στους επαγγελματίες υγείας σχετικά με τις καλύτερες προσεγγίσεις για τον έλεγχο και τη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας σε άτομα με διαβήτη ή προδιαβήτη με στόχο τη διασφάλιση της πρόσβασης στη βέλτιστη τεκμηριωμένη διαχείριση για όλους και για τον μετριασμό των κινδύνων σοβαρών επιπλοκών(ελεύθερο pdfonline στο Diabetes Care)

 

3.   Σεμαγλουτίδη στα 2,4 mg ανά εβδομάδα μειώνει τον 10ετή κίνδυνο εμφάνισης ΣΔτ2 σε άτομα υπέρβαρα ή με παχυσαρκία

a.   Οι ερευνητές υπολόγισαν τον 10ετή κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 μεταξύ των συμμετεχόντων των μελετών STEP1 & 4 μέσω ειδικού λογιστικού μοντέλου που ονομάζεται Σταδιοποίηση Καρδιομεταβολικής Νόσου (CMDS), η οποία σταδιοποιεί τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο σε 5 επίπεδα από μεταβολικά υγιή (στάδιο 0) έως εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακή νόσο (στάδιο 4)

b.   Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σεμαγλουτίδη στην STEP 1 μείωσαν τη μέση βαθμολογία κινδύνου για διαβήτη τύπου 2 από 18,2% σε 7,1% (μείωση κινδύνου 61%), έναντι μείωσης του σκέλους εικονικού φαρμάκου από 17,8% σε 15,6% (μείωση κινδύνου 13%, P <,01)

c.   ΣτηνSTEP 4, οι ασθενείς που έλαβαν σεμαγλουτίδη είχαν δείκτη κινδύνου για διαβήτη τύπου 2 20,6%. Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν θεραπεία, ο μέσος κίνδυνος μειώθηκε στο 11,4% την εβδομάδα 20 και μετά στο 7,7% την εβδομάδα 68 (μετά την περίοδο απόσυρσης).Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, ο μέσος κίνδυνος μειώθηκε στο10,7% την εβδομάδα 20, αλλά στη συνέχεια αυξήθηκε έως και 15,4% μετά την περίοδο απόσυρσης, δείχνοντας συνολική μείωση 32% με τη σεμαγλουτίδη έναντι αύξησης 41%με εικονικό φάρμακο (P <,01)

d.   Η θεραπεία με σεμαγλουτίδη μειώνει τον 10ετή κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 κατά περίπου60% ανεξάρτητα από την αρχική γλυκαιμική κατάσταση, ενώ απαιτείται συνεχής θεραπεία για τη διατήρηση αυτού του οφέλους

 

4.   ΜελέτηAWARD-PEDS

a.   Η AWARD-PEDS έδειξε ότι παιδιά και έφηβοι 10-18 ετών με διαβήτη τύπου 2 (με ή χωρίς μετφορμίνη ή βασική ινσουλίνη ) και παχυσαρκία που έλαβαν θεραπεία με εβδομαδιαίες ενέσεις 0,75 mg ή 1,5 mg ντουλαγλουτίδης είχαν χαμηλότερη A1c στις 26 εβδομάδες από τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο

b.   Τα πιο κοινά ανεπιθύμητα συμπτώματα ήταν γαστρεντερικά και το προφίλ ασφάλειας ήταν συνεπές με αυτό στους ενήλικες

c.   Το φάρμακο δεν είχε καμία επίδραση στον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ)

d.   Η Eli Lilly υποβάλλει τώρα αυτά τα αποτελέσματα στονFDA για να λάβει τη σχετική ένδειξη

 

5.   ΜελέτηSURPASS-4 και νεφρικό όφελος

a.   Η μία φορά την εβδομάδα υποδορίως χορηγούμενη τιρζεπατίδη σε σύγκριση με θεραπεία με ινσουλίνη glargine οδήγησε σε σημαντική βελτίωση στη μείωση του εκτιμώμενουGFR, μείωσε τον λόγο λευκωματίνης ούρων προς κρεατινίνη UACR και μείωσε τον κίνδυνο νεφρικής νόσου τελικού σταδίου

b.   Η ανάλυση έδειξε επίσης χαμηλό κίνδυνο κλινικά σημαντικής υπογλυκαιμίας στους συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο και διάφορα στάδια χρόνιας νεφρικής νόσου

c.   Αυτά είναι πολύ μεγάλα οφέλη και δείχνουν ξεκάθαρα τη δυνατότητα της τιρζεπατίδης να είναι ένα πολύ ισχυρό προστατευτικό φάρμακο για τα νεφρά

 

6.   Η ύφεση είναι δυνατή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2

a.   Μια νέα προσέγγιση που περιλαμβάνει αισθητήρες, τεχνητή νοημοσύνη και εξατομικευμένη καθοδήγηση στον τρόπο ζωής σε πραγματικό χρόνο από μια εφαρμογή(application) και σύνδεση με εκπαιδευτές οδήγησε σε υψηλό ποσοστό ύφεσης του διαβήτη τύπου 2

b.   Οι 199 ασθενείς μέσης ηλικίας 43 ετών που είχαν διαβήτη τύπου 2 για μέσο όρο 3,7ετών και έως 8 ετών, έλαβαν οδηγίες/εκπαίδευση για τον τρόπο ζωής και η μέση A1c τους μειώθηκε από 9,0% σε 5,7% στους 6 μήνες

c.   Το 84% των ασθενών παρουσίασαν ύφεση του διαβήτη στους 6 μήνες

 

7.   Μελέτη iLet για το βιονικό πάγκρεας

a.   Η μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη μέχρι σήμερα οποιουδήποτε συστήματος αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης και περιελάμβανε έναν πιο ποικίλο πληθυσμό ατόμων με διαβήτη τύπου 1, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από μειονοτικές ομάδες και εκείνων με υψηλότερα αρχικά επίπεδα A1c από ό,τι σε προηγούμενες μελέτες

b.   Η μελέτη έδειξε μειώσεις της A1c χωρίς αύξηση της υπογλυκαιμίας σε ενήλικες και παιδιά με διαβήτη τύπου 1 με μεγαλύτερη αυτοματοποίηση από τα διαθέσιμα επί του παρόντος υβριδικά συστήματα χορήγησης ινσουλίνης κλειστού βρόχου ή τεχνητού παγκρέατος

c.   Μετά από 13 εβδομάδες, η μέση A1c μειώθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες με το iLetσε σύγκριση με την τυπική θεραπεία και κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των συμμετεχόντων με βασικά επίπεδα A1c > 7,0%

d.   Δεν υπήρξε αύξηση στην υπογλυκαιμία και όσοι χρησιμοποίησαν τη συσκευή πέρασαν κατά μέσο όρο 2,6 ώρες περισσότερο χρόνο εντός εύρους (επίπεδα γλυκόζης 70-180mg/dL)

e.   Οι βελτιώσεις στην A1c ήταν μεγαλύτερες σε εκείνους με υψηλότερη αρχική τιμή A1cκαι παρατηρήθηκαν και σε μειονοτικές φυλετικές ομάδες και σε διάφορα κοινωνικοοικονομικά/εκπαιδευτικά επίπεδα

f.    Αυτή η μελέτη δείχνει ότι ανεξαρτήτως εθνικότητας ή κοινωνικής θέσης, υπήρχε όφελος, επομένως αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της ίσης φροντίδας

 

8.   ΜελέτηCREATE

a.   Η πρώτη τυχαιοποιημένη πολυκεντρική κλινική μελέτη διάρκειας 24 εβδομάδων για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του πιο συχνά χρησιμοποιούμενου συστήματος αυτοματοποιημένης παροχής ινσουλίνης ανοιχτού κώδικα (AID). Η μελέτη συνέκρινε το AID ανοιχτού κώδικα, χρησιμοποιώντας τον αλγόριθμο OpenAPS από την έκδοση του Android APS και υλοποιήθηκε σε smartphoneμε την αντλία ινσουλίνης DANA-i™ και το Dexcom G6® CGM

b.   Στρατολογήθκε ένας ποικίλος πληθυσμός ασθενών, πολλοί από τους οποίους είχαν μικρή ή καθόλου εμπειρία με το AIDS: παιδιά (7-15 ετών) και ενήλικες (16-70 ετών), για έλεγχο της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας του AID ανοιχτού κώδικα

c.   Η μελέτη έδειξε ότι τα συστήματα AID είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για άτομα με διαβήτη τύπου 1

 

9.   Το μέλλον της ινσουλίνης: εβδομαδιαίες, από του στόματος, έξυπνες ινσουλίνες

a.   Μελέτη φάσης 2 αξιολόγησε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της εβδομαδιαίας βασικής ινσουλίνης Fc (BIF)σε σύγκριση με την ινσουλίνη degludec σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που είχαν λάβει προηγουμένως από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα και βασική ινσουλίνη και αποκάλυψε ότι η BIF δεν ήταν κατώτερη από την degludec στον γλυκαιμικό έλεγχο, όπως μετρήθηκε με την αλλαγή στο A1C μετά από 32 εβδομάδες

b.   Άλλη μελέτη φάσης 2 εξέτασε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για τη μετάβαση σε εβδομαδιαία βασική ινσουλίνη icodec σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν καθημερινή βασική ινσουλίνη και ένα ή περισσότερα από του στόματος φάρμακα για τη μείωσης της γλυκόζης: Η μελέτη έδειξε ότι η αλλαγή από την καθημερινή βασική ινσουλίνη σε μία φορά την εβδομάδα ινσουλίνη icodec ήταν καλά ανεκτή και παρείχε αποτελεσματικό γλυκαιμικό έλεγχο

c.   Οι μελέτες φάσης 2 έδειξαν ότι η από του στόματος κάψουλα ινσουλίνης ORMD-801μείωσε σημαντικά τα επίπεδα A1C σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που ελέγχονταν ανεπαρκώς με άλλα φάρμακα ΣΔτ2

d.   Η ευαίσθητη στην γλυκόζη ινσουλίνη ή «έξυπνη ινσουλίνη» μπορεί να ενεργοποιηθεί μέσω της χρήσης ενός συνθετικού «διακόπτη» που μπορεί να ανοίξει ή να κλείσει χρησιμοποιώντας έναν απλό αισθητήρα σακχάρου, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνου πογλυκαιμίας

 

10. Η διαχείριση της παχυσαρκίας ως πρωταρχικός στόχος θεραπείας για τον διαβήτη τύπου 2

a.   Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 έχουν οφέλη για την υγεία τους ακόμα και μετά από απώλεια βάρους μόλις 3%

b.   Με σημαντική απώλεια βάρους, ορισμένοι ασθενείς περνούν σε ύφεση. Και δεν έχει σημασία πώς χάνεται το βάρος - είτε μέσω παρέμβασης στον τρόπο ζωής, βαριατρικής χειρουργικής ή φαρμακευτικής αγωγής

c.   Η απώλεια βάρους, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ ή πόσο λίγο, έχει οφέλη για την υγεία για τα παχύσαρκα άτομα με διαβήτη τύπου 2. Και όσο περισσότερα χάνουν, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα

 

11. Μελέτη SURMOUNT-1

a.   Η θεραπεία ατόμων με παχυσαρκία αλλά χωρίς διαβήτη με τον διπλό αγωνιστή ινκρετίνης τιρζεπατίδη παρήγαγε με ασφάλεια «πρωτοφανή» επίπεδα απώλειας βάρους στη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών στην SURMOUNT-1, μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με περισσότερα από 2500 άτομα με παχυσαρκία ή υπέρβαρα

b.   Η υψηλότερη δόση τιρζεπατίδης, 15 mg/εβδομάδα, σε διάστημα 72 εβδομάδων, προκάλεσε 5% ή μεγαλύτερη απώλεια στο αρχικό βάρος στο 91%-96% των ασθενών, ένα αποτέλεσμα που "δεν είχε παρατηρηθεί προηγουμένως" σε καμία προηγούμενη μελέτη φάσης 3 φαρμάκου απώλειας βάρους, σημείωσε ο Jastreboff,ένας ενδοκρινολόγος και διευθυντής διαχείρισης βάρους και πρόληψης της παχυσαρκίας στο Yale School of Medicine στο New Haven του Κονέκτικατ

c.   Ο μέσος ρυθμός απώλειας βάρους μεταξύ των 630 ατόμων που έλαβαν τιρζεπατίδη 15mg/εβδομάδα ήταν 22,5% κατά τη θεραπεία

d.   Σε περεταίρω ανάλυση, το 40% των ατόμων που έλαβαν την υψηλότερη δόση τιρζεπατίδης των 15 mg/εβδομάδα είχαν τουλάχιστον 25% απώλεια του βασικού βάρους κατά τη θεραπεία, ένα άλλο παράδειγμα πρωτοφανούς επιτεύγματος απώλειας βάρους

 

12. Η συμπεριφορική θεραπεία και η αυτοπαρακολούθηση είναι κρίσιμες για την απώλεια βάρους

a.   Οι στρατηγικές συμπεριφορικής θεραπείας περιλαμβάνουν τον εντοπισμό προσωπικών ερεθισμάτων και την αλλαγή του περιβάλλοντος για τον έλεγχο του ερεθίσματος

b.   Το πραγματικό κλειδί της επιτυχίας είναι η αυτοπαρακολούθηση του βάρους, της κατανάλωσης θερμίδων και της φυσικής δραστηριότητας

c.   Η συμπεριφορική θεραπεία θα πρέπει να προάγει τις διαδικασίες αυτορρύθμισης, τις δεξιότητες προσαρμογής στην πρόσληψη τροφής ως απάντηση στην αύξηση βάρους

d.   Επίσης θα πρέπει οι πάσχοντες να μάθουν να ελέγχουν τα επεισόδια υπερφαγίας και να ενδυναμώσουν την αυτοπεποίθηση τους, θέτοντας μικρούς, ρεαλιστικούς στόχους που τους επιτρέπουν να τους επιτύχουν

 

13. Το οικονομικό κόστος του διαβήτη

a.   Του ψηλό κόστος για τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται από ασθενείς με διαβήτη συνδέεται με μειωμένη χρήση αυτών των φαρμάκων και τελικά χειρότερα κλινικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τα ευρήματα από δύο ξεχωριστές μελέτες:

                                         i.    Μελέτη εξέτασε τα αρχεία ασφάλισης περισσότερων από 70.000 ασθενών στις ΗΠΑ με διαβήτη τύπου 2 και διαπιστωμένη καρδιαγγειακή νόσο που έπαιρναν ήδη μετφορμίνη. Τα ευρήματα έδειξαν ότι, μετά από προσαρμογή για συγχυτικούς παράγοντες, το τεταρτημόριο των ασθενών με την υψηλότερη συμμετοχή στο κόστος φαρμάκων (λήψη SGLT-2 αναστολέων), εκτελούσε τη συνταγή 21% λιγότερο συχνά από ό,τι οι ασθενείς από το τεταρτημόριο με το χαμηλότερο προσωπικό κόστος

Μια παρόμοια ανάλυση που εξέτασε τους αγωνιστέςGLP-1, έδειξε ότι το τεταρτημόριο των ασθενών που έπρεπε να πληρώσουν περισσότερη συμμετοχή για ένα από αυτά τα φάρμακα είχαν προσαρμοσμένο 12%χαμηλότερο ποσοστό εκτέλεσης της συνταγής, σε σύγκριση με εκείνους με χαμηλότερη συμμετοχή στα φάρμακα                                         

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Τεχνολογικές εξελίξεις στη θεραπευτική διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη
31 Μαΐου 2022
Τεχνολογικές εξελίξεις στη θεραπευτική διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη

 Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου

Α΄ Παθολογικό Τμήμα & Διαβητολογικό Κέντρο Γ.Ν.Π. Τζάνειο, Πειραιάς

Συνεχής καταγραφή γλυκόζης

Οι εξελίξεις στον τομέα της τεχνολογίας του σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ), ο οποίες διαδραματίζουν συνεχώς αυξανόμενο ρόλο στη θεραπευτική διαχείριση του ΣΔ, και αφορούν δύο κύριες κατηγορίες: τις συσκευές καταγραφής γλυκόζης και τα συστήματα παροχής ινσουλίνης, δηλαδή τις αντλίες και τις πένες χορήγησης ινσουλίνης. Υπάρχουν δύο τύποι συσκευών ελέγχου της γλυκόζης αίματος: οι κλασικοί μετρητές γλυκόζης αίματος (στους οποίους απαιτείται το τρύπημα του δακτύλου για τη λήψη αίματος) και οι συσκευές συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (Continuous Glucose Monitoring, CGM), οι οποίοι μας παρέχουν συνεχή εκτίμηση των επίπεδων γλυκόζης και των υπογλυκαιμικών επεισοδίων στη διάρκεια του 24ωρου. Οι αντλίες ινσουλίνης αντλίες συνεχούς υποδόριας έγχυσης ινσουλίνης περιλαμβάνουν το κλειστό σύστημα αντλίας συνεχούς έγχυσης ινσουλίνης με πομπό CGM και τα υβριδικά κλειστά κυκλώματα με πομπό CGM. Τέλος, οι "έξυπνες" πένες ινσουλίνης παρέχουν στον ασθενή τη δυνατότητα για υπολογισμό της δόσης ινσουλίνης, δίνουν πληροφορίες σχετικά με τη συχνότητα χορήγησης ινσουλίνης και την τυχόν παράλειψη δόσεων, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό περαιτέρω πλεονεκτήματα στην παρακολούθηση και συμμόρφωση τους στην λαμβανόμενη αγωγή. 

Η CGM αποτελεί μέθοδο μέτρησης της γλυκόζης στο διάμεσο υγρό που πλεονεκτεί έναντι της συμβατικής μεθόδου από το δάκτυλο και συμβάλει σημαντικά στην ρύθμιση της γλυκαιμικής εικόνας του ατόμου με ΣΔ. Οι συσκευές CGM αποτελούνται από τον αισθητήρα, το πομπό και τον ασύρματο δέκτη. Ο αισθητήρας τοποθετιέται υποδόρια, με ελάχιστα επεμβατικό τρόπο, και μέσω του ενζύμου οξειδάσης της γλυκόζης παρέχει μια έμμεση αξιολόγηση της συγκέντρωσης της γλυκόζης στο πλάσμα, μέσω της μέτρησης της στο εξωκυτταρικό διάμεσο υγρό. Στη συνέχεια τα δεδομένα μεταδίδονται ασύρματα στο δέκτη ή κάποια «έξυπνη» συσκευή που μπορεί να εμφανίσει σε πραγματικό χρόνο τα επίπεδα γλυκόζης του ατόμου. Στα νεότερα CGMs απαιτούνται 0-2 μετρήσεις σακχάρου στο τριχοειδικό αίμα (βαθμονομήσεις) καθημερινά, από τον ίδιο τον ασθενή, για τη βαθμονόμηση της συσκευής. Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα στη χρήση των CGMs είναι η πληροφορία της τάσης δηλαδή της κατεύθυνσης και του ρυθμού μεταβολής της γλυκόζης που αποτυπώνεται με το βέλος δίπλα στην τρέχουσα τιμή γλυκόζης (↓, ↓↓, →, ↑,↑↑). Γνωρίζοντας την κατεύθυνση του ρυθμού μεταβολής της γλυκόζης, και όχι μόνο την τρέχουσα τιμή, οι ασθενείς μπορούν να προβλέπουν πού θα κυμανθεί το επίπεδο γλυκόζης στα επόμενα 15-30 λεπτά.

Οι συσκευές CGM επιτρέπουν τη συνεχή παρακολούθηση των τιμών της γλυκόζης του αίματος παρέχοντας μια ολοκληρωμένη εικόνα της γλυκαιμικής μεταβλητότητας και δίνει πληροφορίες για τις διακυμάνσεις της γλυκόζης που παρατηρούνται μετά τα γεύματα, την άσκηση, κατά τη διάρκεια του ύπνου και με συγκεκριμένες αντιδιαβητικές αγωγές βοηθώντας με τον τρόπο αυτό στη αποτελεσματική διαχείριση του ΣΔ . Έχει φανεί ότι η χρήση των συσκευών CGM σχετίζεται με βελτιωμένο γλυκαιμικό έλεγχο, με λιγότερο χρόνο σε υπεργλυκαιμία και υπογλυκαιμία και με μείωση των μικροαγγειακών διαβητικών επιπλοκών. Η CGM είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε άτομα που παρουσιάζουν ανεπίγνωστες υπογλυκαιμίες και υπογλυκαιμίες κατά τη διάρκεια της νύχτας . Τα συστήματα CGM διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες:

Σε εκείνα που εμφανίζουν δεδομένα κατ’ επίκληση του χρήστη (intermittently scanned, isCGM),  τα οποία δεν απαιτούν βαθμονόμηση, χωρίς συναγερμούς για τη διακύμανση της γλυκόζης και υποχρεωτική μέτρηση σακχάρου τριχοειδικού αίματος σε ακραίες τιμές.  

Σε εκείνα που εμφανίζουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο συνεχώς (Real-time Continuous Glucose Monitoring, rtCGM) με δυνατότητα ανάλυσης, κοινοποίησης από απόσταση των αποτελεσμάτων μέσω πιστοποιημένου cloud σε έναν επαγγελματία υγείας ή φροντιστή/γονέα και προειδοποίησης του χρήστη με αυτοματοποιημένους συναγερμούς για υψηλά/χαμηλά επίπεδα γλυκόζης. Το βασικό πλεονέκτημα της rtCGM είναι ότι προειδοποιεί τους χρήστες για το ενδεχόμενο επικείμενης υπογλυκαιμίας ή υπεργλυκαιμίας.

Σε εκείνα που δε εμφανίζουν δεδομένα στο χρήστη σε πραγματικό χρόνο (Professional CGM) και η ανάλυση πραγματοποιείται μετά την περίοδο καταγραφής, από τους επαγγελματίες υγείας. Απαιτείται βαθμονόμηση 2-3 φορές ημερησίως.

Δύο μεγάλες μελέτες, η μελέτη DIAMOND, που αφορούσε άτομα με ΣΔ τύπου 1 και 2, και η μελέτη GOLD, που αφορούσε άτομα με ΣΔ τύπου 1, απέδειξαν τα οφέλη της rtCGM. Και στις δύο μελέτες, τα επίπεδα της HbA1c μειώθηκαν σημαντικά στην ομάδα της rtCGM έναντι της ομάδας της κλασικής αυτομέτρησης με τρύπημα του δακτύλου, με τις μεγαλύτερες μειώσεις HbA1c να επιτυγχάνονται στα άτομα με τα υψηλότερα αρχικά επίπεδα HbA1c (>9,0%). Επίσης, τα αποτελέσματα και από τις μελέτες DIAMOND και GOLD έδειξαν ότι η χρήση της rtCGM συσχετίστηκε με σημαντική μείωση του χρόνου σε υπογλυκαιμία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Πρόσφατα, η μελέτη ALERTT1 έδειξε ότι σε άτομα με ΣΔ τύπου 1  η μετάβαση από το isCGM σε rtCGM, μετά από 6 μήνες θεραπείας, οδήγησε σε βελτίωση του γλυκαιμικού τους ελέγχου με λιγότερες υπογλυκαιμίες.

Συνεχής καταγραφή γλυκόζης και χρόνος εντός στόχου

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των συσκευών συνεχούς καταγραφής είναι  ότι παρέχουν δεδομένα για τον «χρόνο εντός στόχου» (time in range, TIR), δηλαδή το ποσοστό του χρόνου για τον οποίο η τιμή της γλυκόζης του ασθενούς βρίσκεται εντός του θεραπευτικού στόχου που έχει ορισθεί στα  70-180 mg/dl καθώς και του ποσοστού του χρόνου κατά τον οποίο ο ασθενής βρίσκεται σε υπογλυκαιμία (επίπεδα γλυκόζης μεταξύ 54-70 mg/dl με ή χωρίς συμπτώματα καθώς και επίπεδα <54 mg/dl με ή χωρίς συμπτώματα). Σύμφωνα με τις τελευταίες κατευθυντήριες οδηγίες ο χρόνος εντός στόχου θα πρέπει να είναι άνω του 70%, τιμή που αντιστοιχεί σε HbA1c 7,0% στα άτομα με ΣΔ τύπου 1 και 6,7% στα άτομα με ΣΔ τύπου 2 [24]. Μάλιστα, αύξηση του TIR κατά 10% αντιστοιχεί σε μείωση της  HbA1c κατά 0,5%. Όσον αφορά το χρόνο σε κατάσταση υπογλυκαιμίας (<70 mg/dl) αυτός δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 4%. Όσον αφορά το χρόνο που ο ασθενής έχει επίπεδα γλυκόζης <54 mg/dl αυτός δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 1%.

Υπάρχει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον για την αντιστοιχία του TIR και της HbA1c καθώς και του ευνοϊκού αποτελέσματος που ενδέχεται να έχει στις διαβητικές επιπλοκές. Μάλιστα, πρόσφατες μελέτες απέδειξαν ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στο TIR και στις μικροαγγειακές διαβητικές επιπλοκές ιδιαίτερα τη μικροαλβουμινουρία, την αμφιβληστροειδοπάθεια και τη διαβητική νευροπάθεια. 

Εξελίξεις στα συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης

Dexcom G7

Σε αντίθεση με τα έως τώρα μοντέλα της Dexcom, ο αισθητήρας G7 θα είναι μιας χρήσεως και μικρότερος έως και 60% σε μέγεθος σε σχέση με τους προηγούμενους αισθητήρες της εταιρείας. Αυτό σημαίνει ότι όταν η διάρκεια ζωής του πομπού τελειώσει, μετά από 14 έως 15 ημέρες, θα απορρίπτεται ολόκληρη η μονάδα λειτουργίας του CGM.  Ένα άλλο βασικό πλεονέκτημα του αισθητήρα είναι ότι δεν θα χρειάζεται βαθμονόμηση. Στα πλάνα της εταιρεία Dexcom είναι να συμπεριλάβει στον αισθητήρα G7 λογισμικό που να αφορά τη διαχείριση και χορήγηση ινσουλίνης, πληροφορίες για τις δόσεις καθώς και ενδείξεις που να βοηθούν τους χρήστες να βελτιώσουν τη διαχείριση της παρακολούθησης των επιπέδων γλυκόζης. 

Abbott FreeStyle Libre 3

Το FreeStyle Libre 2 της εταιρείας Abbott Diabetes είναι διαθέσιμο από το 2020, δίνοντας τη δυνατότητα συναγερμών/ειδοποιήσεων πραγματικού χρόνου στις υψηλές και χαμηλές τιμές γλυκόζης. Ωστόσο, οι χρήστες πρέπει να σκανάρουν τον αισθητήρα με την ειδική συσκευή ή το κινητό τους τηλέφωνο για να δουν τις τιμές του σακχάρου τους. Σύντομα αναμένουμε το Freestyle Libre 3, το οποίο είναι μικρότερο σε διάμετρο και πιο λεπτό σε πάχος σε σχέση με τις προηγούμενες συσκευές. Σύμφωνα με την εταιρεία θα υπάρχει 70% μείωση στο μέγεθος. Το Libre 3 θα αναγνωρίζει σε πραγματικό χρόνο τις τιμές γλυκόζης, οι οποίες θα εμφανίζονται μέσω εφαρμογών κινητών iPhone ή Android με παράλληλη ειδοποίηση του χρήστη σε χαμηλές ή υψηλές τιμές γλυκόζης. Χάρη σε αυτό το χαρακτηριστικό, το Freestyle Libre 3 θα μπορεί να ενσωματωθεί σε αντλίες ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος.

Eversense 180-day 

Το σύστημα CGM Eversense, της εταιρίας Senseonics, Inc., είναι το πρώτο εμφυτεύσιμο υποδόριο CGM, διάρκειας 3 μηνών. Εγκρίθηκε από τον FDA το 2019 για χρήση σε άτομα με ΣΔ τύπου 1 και 2 ηλικίας άνω των 18 ετών. Η επόμενη έκδοση της CGM Eversense βρίσκεται υπό ανάπτυξη θα επιτρέπει την εμφύτευση του ίδιου μικροσκοπικού αισθητήρα για 180 ημέρες (ή 6 αντί για 3 μήνες). Σύμφωνα πάντα με την εταιρεία,  η έκδοση αυτή θα μειώσει τον αριθμό των βαθμονομήσεων που απαιτούνται με το δάχτυλο από δύο σε μόλις μία την ημέρα.

Συμπερασματικά

Συμπερασματικά, η πρόοδος της τεχνολογίας κατά την τελευταία δεκαετία έχει οδηγήσει σε πληθώρα θεραπευτικών επιλογών, κυρίως, για τους ασθενείς με ΣΔ τύπου 1. Στόχος των τεχνολογικών αυτών εξελίξεων είναι η βελτίωση της ρύθμισης των επιπέδων γλυκόζης με απώτερο στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και της καθημερινότητας των ατόμων με ΣΔ. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Abdi A, Jalilian M, Sarbarzeh PA, et al. Diabetes and COVID-19: a systematic review on the current evidence. Diabetes Res Clin Pract 2020;166:108347.

2. American Diabetes Association. Improving care and promoting health in populations: standards of medical care in diabetes – 2020. Diabetes Care 2020; 43 1):S7–S13.

3. American Diabetes Association. 7. Diabetes technology: standards of medical care in diabetes. Diabetes Care 2020;43:S77–S88.

4. Heinemann L, Schoemaker M, Schmelzeisen-Redecker G, et al. Benefits and limitations of MARD as a performance parameter for continuous glucose monitoring in the interstitial space. J Diabetes Sci Tech 2020; 14:135–150.

5. Seyed Ahmadi S, Westman K, Pivodic A, et al. The association between HbA1c and time in hypoglycemia during CGM and self-monitoring of blood glucose in people with type 1 diabetes and multiple daily insulin injections: a randomized clinical trial (GOLD-4). Diabetes Care 2020;43:2017–2024.

6. Visser M, Charleer S, Fieuws S, et al. Comparing real-time and intermittently scanned continuous glucose monitoring in adults with type 1 diabetes (ALERTT1): a 6-month, prospective, multicentre, randomised controlled trial. Lancet 2021;397:2275-2283. 

7. Mayeda L, Katz R, Ahmad I, et al. Glucose time in range and peripheral neuropathy in type 2 diabetes mellitus and chronic kidney disease. BMJ Open Diab Res Care. 2020;8(1):e000991.

8. Garg SK, Kipnes M, Castorino K, et al. Accuracy and Safety of Dexcom G7 Continuous Glucose Monitoring in Adults with Diabetes. Diabetes Technol Ther 2022 Feb 21. 

9. Wilmot EG, Evans M, Barnard-Kelly et al. Flash glucose monitoring with the FreeStyle Libre 2 compared with self-monitoring of blood glucose in suboptimally controlled type 1 diabetes: the FLASH-UK randomised controlled trial protocol. BMJ Open 2021;11:e050713. 

10. Al Hayek AA, Robert AA, Al Dawish MA. Effectiveness of the freestyle libre 2 flash glucose monitoring system on diabetes-self-management practices and glycemic parameters among patients with type 1 diabetes using insulin pump. Diabetes Metab Syndr 2021;15:102265.

11. Irace C, Cutruzzolà A, Tweden K, et al. Device profile of the eversense continuous glucose monitoring system for glycemic control in type-1 diabetes: overview of its safety and efficacy. Expert Rev Med Devices 2021;18:909-914. 

12. Garg SK, Liljenquist D, Bode B, et al. Evaluation of Accuracy and Safety of the Next-Generation Up to 180-Day Long-Term Implantable Eversense Continuous Glucose Monitoring System: The PROMISE Study. Diabetes Technol Ther 2022;24:84-92.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Νέες τεχνολογίες στη χορήγησης ινσουλίνης
31 Μαΐου 2022
Νέες τεχνολογίες στη χορήγησης ινσουλίνης
Αθανασία K. Παπαζαφειροπούλου 
Α΄ Παθολογικό Τμήμα & Διαβητολογικό Κέντρο Γ.Ν.Π. Τζάνειο, Πειραιάς

Έξυπνες πένες ινσουλίνης 
Πρόσφατα έγιναν διαθέσιμες στις ΗΠΑ οι «έξυπνες» πένες ινσουλίνης, οι οποίες θα παρέχουν δεδομένα για το ιστορικό και το χρονοδιάγραμμα των δόσεων ινσουλίνης σε βάθος χρόνου, τα οποία μπορούν μέσω  Bluetooth να αποθηκευτούν σε μια κεντρική βάση δεδομένων και με τον τρόπο αυτό να έχει ο θεράπων ιατρός πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τη χορήγηση ινσουλίνης από το άτομο με ΣΔ. Σε μια προοπτική μελέτη παρατήρησης, η χρήση της «έξυπνης» πένας ινσουλίνης είχε ως αποτέλεσμα σημαντικά βελτιωμένο TIR, με ταυτόχρονη μείωση του χρόνου σε υπεργλυκαιμία, καθώς και του αριθμού των χαμένων bolus δόσεων. Οι «έξυπνες» πένες ινσουλίνης έχουν τη δυνατότητα να υπολογίζουν τη συνιστώμενη δόση ινσουλίνης με βάση τους υδατάνθρακες του γεύματος που καταχωρεί το άτομο με ΣΔ και να παρακολουθούν το ιστορικό δόσεων ινσουλίνης προκειμένου να αποφευχθούν λάθη. Τέλος, η σύνδεση τους με CGM ενδέχεται να βοηθήσει περαιτέρω τη διαχείριση του ΣΔ.
Πρόσφατα, η Medtronic ανακοίνωσε την κυκλοφορία της «έξυπνης» πένας ινσουλίνης InPen, στην οποία έχει ενσωματώσει το σύστημα CGM Guardian Connect. Η «έξυπνη» πένα ινσουλίνης InPen μπορεί να υπολογίσει τις δόσεις ινσουλίνης με βάση το τρέχον επίπεδο γλυκόζης στο αίμα, την ποσότητα των υδατανθράκων ανάλογα με τον τύπο και/ή το μέγεθος του γεύματος, την ενεργή ινσουλίνη, την αναλογία ινσουλίνης/υδατανθράκων, την ευαισθησία στην ινσουλίνη και να παρέχει ειδοποίηση για τη χορήγηση της βασικής ινσουλίνης. Προς το παρόν με την «έξυπνη» πένα ινσουλίνης InPen μπορούν να χορηγηθούν οι ταχείας δράσης ινσουλίνες Humalog, Novorapid και Fiasp, αν και προβλέπεται στο μέλλον να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τη χορήγηση βασικής ινσουλίνης.   
Medtronic MiniMed™ 780G
Το μοντέλο της Medtronic MiniMed™ 640G είναι το πρώτο παγκοσμίως εγκεκριμένο και ασφαλές σύστημα που συνδυάζει τα οφέλη της CGM με την αντλία ινσουλίνης κλείνοντας το κύκλωμα και δίνοντας τη δυνατότητα δυναμικών αναστολών στο ενδεχόμενο της υπογλυκαιμίας και επανέναρξης της χορήγησης ινσουλίνης (Sensor Augmented Pump Therapy – SAP). Το υβριδικό τεχνητό πάγκρεας αποτελεί το επόμενο βήμα στη φαρέτρα των θεραπευτικών επιλογών του ΣΔ και αποτελεί ένα σύστημα πολλά υποσχόμενο στη πρόληψη των υπογλυκαιμιών αλλά και στην καλύτερη διαχείριση των τιμών σακχάρου συνολικά. Το υβριδικό σύστημα Medtronic MiniMed™ 780G έχει όλα τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων τεχνολογιών αλλά διαθέτει έναν εξελιγμένο αλγόριθμο όπου με βάση τα κυμαινόμενα επίπεδα γλυκόζης  αυτορρυθμίζει τα επίπεδα έγχυσης ινσουλίνης, αναπροσαρμόζοντας το ρυθμό βασικής έγχυσης ινσουλίνης ανά 5 λεπτά (SmartGuardTM - Auto Mode). Επιπλέον διαθέτει τη δυνατότητα χορήγησης μικροδόσεων ινσουλίνης μεταγευματικά (micro-bolus), βοηθώντας το χρήστη, σε περίπτωση εσφαλμένου υπολογισμού των υδατανθράκων ενός γεύματος, να καλύψει τις μεταγευματικές υπεργλυκαιμίες. Με αυτό το σύστημα, οι χρήστες έχουν ένα επιπλέον επίπεδο κάλυψης για τις φορές που υπολογίζουν εσφαλμένα τους υδατάνθρακες τους ή ξεχνούν να χορηγήσουν πριν την έναρξη του γεύματος την ινσουλίνη (pre-bolus), με έναν αλγόριθμο που διορθώνει αυτόματα την υψηλή γλυκόζη όταν χρειάζεται.
Το σύστημα Medtronic MiniMed™ 780G έχει προσαρμοσμένο εύρος επιθυμητών στόχων τιμών γλυκόζης μεταξύ 100 και 120 mg/dL και παρέχει τη δυνατότητα εφαρμογής διαφορετικών χρόνων διάρκειας ενεργής ινσουλίνης, σε αντίθεση με οποιοδήποτε άλλο κλειστό σύστημα διαθέσιμο ως τώρα. Τέλος, διαθέτει ενσωματωμένη την τεχνολογία της διαμοίρασης δεδομένων της αντλίας με απομακρυσμένους δέκτες/διαχειριστές της μέσω της τεχνολογίας Bluetooth, καθώς και τη δυνατότητα διασύνδεσης με επαγγελματίες υγείας ή φροντιστές εξ΄αποστάσεως. 
Omnipod 5 
Η Omnipod 5, όπως και τα προηγούμενα μοντέλα της εταιρείας, είναι μια αντλία ινσουλίνης αυτόνομη χωρίς καθετήρα έγχυσης ινσουλίνης που θα επιτρέπει την αυτόματη έγχυση ινσουλίνης και την προσαρμογή των δόσεων ινσουλίνης μέσω ενός “έξυπνου” αλγορίθμου. Η Omnipod 5 θα μπορεί να συνδέεται με τον αισθητήρα Dexcom G7 καθώς και με το FreeStyle Libre 3 και θα επιτρέπει τη διαχείριση των δόσεων ινσουλίνης μέσω εφαρμογών σε έξυπνες συσκευές (κινητό τηλέφωνο).
Σετ έγχυσης 7 ημερών της Medtronic 
Η Medtronic έλαβε άδεια από τον FDA τον Ιούλιο του 2021 για το νέο σετ έγχυσης, σχεδιασμένο να διαρκεί διπλάσιο χρόνο από τα υπάρχοντα σετ έγχυσης. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να φορεθεί στο σώμα έως και 7 ημέρες σε σύγκριση με τα υπάρχοντα σετ που πρέπει να αλλάζονται κάθε 2 ή 3 ημέρες. Το σετ εκτεταμένης χρήσης έχει επίσης μια πιο φιλική προς το δέρμα κόλλα σχεδιασμένη να επιτρέπει μεγαλύτερη και πιο άνετη επαφή στο σώμα. Σύμφωνα με μια ευρωπαϊκή μελέτη στην οποία συμμετείχαν 100 άτομα το νέο σετ έγχυσης ήταν πιο άνετο σε σύγκριση με τα προηγούμενα σετ έγχυσης και θεωρήθηκε ως σημαντική βελτίωση στη θεραπευτική τους διαχείριση. Τα κλινικά δεδομένα δείχνουν επίσης ότι τα άτομα που χρησιμοποιούν το νέο αυτό σετ έγχυσης μπορεί να εξοικονομήσουν 5 έως 10 φιαλίδια ινσουλίνης ετησίως, καθώς  μειώνει τις μονάδες ινσουλίνης που χάνονται λόγω αλλαγής του σετ έγχυσης κάθε λίγες μέρες. Οι λιγότερο συχνές αλλαγές του σετ έγχυσης επιτρέπουν επίσης στις θέσεις του δέρματος να ξεκουράζονται και με τον τρόπο αυτό να μειώνονται οι λιποδιστροφίες που εμποδίζουν την ομαλή απορρόφηση της ινσουλίνης.
Τεχνητό Πάγκρεας
To τεχνητό πάγκρεας αποτελεί ένα υπό εξέλιξη σύστημα το οποίο θα εξασφαλίζει την ελάχιστη παρέμβαση του χρήστη για τη λειτουργία του. Στο τομέα αυτό υπάρχουν δύο κατηγορίες συστημάτων που είναι υπό ανάπτυξη:
Η εξέλιξη του κλειστού υβριδικού συστήματος που κάνει χρήση μόνο της ορμόνης ινσουλίνης (μονορμονικό κύκλωμα) και αποσκοπεί σε ένα πλήρες αυτοματοποιημένο κλειστό σύστημα που θα λαμβάνει υπόψιν τις προσωπικές παραμέτρους του χρήστη.
Το  βιονικό σύστημα στο οποίο θα υπάρχει επιπλέον η δυνατότητα χρήσης γλυκαγόνης (διορμονικό κύκλωμα).
Σε μελέτη, διάρκειας  11 ημερών σε 43 ενήλικες με ΣΔ τύπου 1, στην οποία χρησιμοποιήθηκε το διορμονικό κλειστό κύκλωμα σε σύγκριση με την απλή αντλία ινσουλίνης, παρατηρήθηκε αύξηση του  TIR για τη γλυκόζη (78% έναντι 62%) και, αντίθετα μειώθηκε ο χρόνος σε υπογλυκαιμία (0,6% έναντι 1,9%). Σε μια μικρότερη μελέτη, διάρκειας 5 ημερών, στην οποία συμμετείχαν 32 έφηβοι με ΣΔ τύπου 1, η χρήση του διορμονικού κλειστού κυκλώματος συνοδεύτηκε από αύξηση του TIR, αλλά όχι του χρόνου σε υπογλυκαιμία. 
Η πραμλιντίδη, ένα ανάλογο της αμυλίνης, εκκρίνεται μαζί με την ινσουλίνη από τα β-κύτταρα του παγκρέατος και μειώνει τα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης επιβραδύνοντας την γαστρική κένωση. Η συγχορήγηση της σε σταθερή αναλογία πραμλιντίδη:ινσουλίνη μέσω κλειστού κυκλώματος αξιολογήθηκε σε μία μελέτη διάρκειας 24 ωρών σε ενήλικες με ΣΔ τύπου 1. Η συγχορήγηση μέσω κλειστού κυκλώματος πραμλιντίδης:ινσουλίνης είχε ως  αποτέλεσμα τη βελτίωση του  TIR (84% έναντι 74%) κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τα γαστρεντερικά συμπτώματα ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια από τη χρήση του κλειστού κυκλώματος συγχορήγησης πραμλιντίδης:ινσουλίνης. Βέβαια αναμένονται τα αποτελέσματα περαιτέρω μελετών με τη συγχορήγηση πραμλιντίδης:ινσουλίνης μέχρι αυτή να βρει εφαρμογή στην καθημερινή κλινική πρακτική.
Συμπερασματικά
Συμπερασματικά, η πρόοδος της τεχνολογίας κατά την τελευταία δεκαετία έχει οδηγήσει σε πληθώρα θεραπευτικών επιλογών, κυρίως, για τους ασθενείς με ΣΔ τύπου 1. Στόχος των τεχνολογικών αυτών εξελίξεων είναι η βελτίωση της ρύθμισης των επιπέδων γλυκόζης με απώτερο στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και της καθημερινότητας των ατόμων με ΣΔ. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Adolfsson P, Hartvig NV, Kaas A, et al. Increased Time in Range and fewer missed bolus injections after introduction of a smart connected insulin pen. Diabetes Technol Ther. 2020;22:709–718.
2. Forlenza GP, Pinhas-Hamiel O, Liljenquist DR et al. Safety evaluation of the MiniMed 670G system in children 7-13 years of age with type 1 diabetes. Diabetes Technol Ther 2019;21:11–19. 
3. Bergenstal RM, Nimri R, Beck RW et al. A comparison of two hybrid closed-loop systems in adolescents and young adults with type 1 diabetes (FLAIR): a multicentre, randomised, crossover trial. Lancet 2021;397:208–219. 
4. Cobry EC, Berget C, Messer LH, Forlenza GP. Review of the Omnipod® 5 Automated Glucose Control System Powered by Horizon™ for the treatment of Type 1 diabetes. Ther Deliv 2020;11:507-519. 
5. Kwa T, Zhang G, Shepard K, Wherry K, Chattaraj S. The improved survival rate and cost-effectiveness of a 7-day continuous subcutaneous insulin infusion set. J Med Econ 2021;24:837-845.
6. Haidar A, Tsoukas MA, Bernier-Twardy S et al. A novel dual-hormone insulin-and-pramlintide artificial pancreas for type 1 diabetes: A randomized controlled crossover trial. Diabetes Care 2020;43:597–606. 



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Oral antidiabetes agents for the management of inpatient hyperglycaemia: so far, yet so close
04 Μαρτίου 2022
Oral antidiabetes agents for the management of inpatient hyperglycaemia: so far, yet so close
T Koufakis, O G Mustafa, P Zebekakis , K Kotsa

Abstract
Background: Hyperglycaemia is an ongoing challenge in hospital settings and is associated with poor outcomes. Current recommendations for the management of inpatient hyperglycaemia suggest insulin as the main glucose-lowering treatment choice and limit the administration of oral antidiabetes agents to a small proportion of cases because of safety concerns.

Aim: To present and critically appraise the available evidence on the use of oral antidiabetes agents in the hospital setting and the risk-benefit balance of such an approach in the era of cardiovascular outcomes trials.

Methods: PubMed, Embase and Google Scholar databases were searched to identify relevant published work. Available evidence on the efficacy and the safety profile of oral agents in the context of their use in hospitalized individuals are summarized and discussed in this narrative review.

Results: There is no robust evidence to suggest the use of metformin, thiazolidinediones, sulfonylureas and sodium-glucose co-transporter-2 inhibitors in the hospital setting, although some of their effects on acute outcomes deserve further evaluation in future studies. However, the use of dipeptidyl peptidase-4 inhibitors in inpatients with type 2 diabetes is supported by a few, well-designed, randomized controlled trials. These trials have demonstrated good safety and tolerability profiles, comparable to insulin glucose-lowering efficacy, and a reduction in insulin dose when dipeptidyl peptidase-4 inhibitors are co-administered with insulin, in individuals with mild to moderate hyperglycaemia and a stable clinical condition.

Conclusion: The administration of dipeptidyl peptidase-4 inhibitors to specific groups of inpatients might be a safe and effective alternative to insulin.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Should the last be first? Questions and dilemmas regarding early short-term insulin treatment in Type 2 Diabetes Mellitus
04 Μαρτίου 2022
Should the last be first? Questions and dilemmas regarding early short-term insulin treatment in Type 2 Diabetes Mellitus
Theocharis Koufakis, Spyridon N Karras, Pantelis Zebekakis, Ramzi Ajjan , Kalliopi Kotsa

Abstract
Introduction: Early short-term insulin treatment (STIT), defined as insulin administration shortly after diabetes diagnosis for only a brief period of time, is an alternative concept, aiming to entirely revise the perspective of type 2 diabetes (T2DM) management.

Areas covered: The present review intends to summarize what is already known regarding early STIT in T2DM and highlight questions and dilemmas from the clinician's point of view, with a discourse on future research agenda.

Expert opinion: STIT has the potential to modify the natural history of T2DM, resulting in improved drug-free remission rates by favorably affecting the underlying pathophysiology of the disease. Existing data in the field manifest significant weaknesses, mainly being the small number of trials and patients included, the lack of control groups in most studies and the wide heterogeneity between study designs and explored outcomes, which limit definitive conclusions. Therefore, before such a therapeutic strategy is incorporated into daily practice, important issues require further clarification by future trials. These issues include the optimal time point for the intervention, the ideal insulin type, the identification of patients being most likely to benefit, the STIT effects on cardiovascular and other clinical outcomes and the cost-effectiveness evaluation of this therapeutic strategy.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Prevention strategies for type 1 diabetes: a story of promising efforts and unmet expectations
04 Μαρτίου 2022
Prevention strategies for type 1 diabetes: a story of promising efforts and unmet expectations
Anna Kanta, Eliza Lyka, Theocharis Koufakis , Pantelis Zebekakis, Kalliopi Kotsa

Abstract
A number of studies have investigated primary and secondary prevention strategies for type 1 diabetes (T1D), since early interventions might improve long-term outcomes through the amelioration of immune processes and the preservation of beta-cell mass. Primary prevention trials focus on genetically at-risk individuals prior to the appearance of autoimmunity, whereas secondary prevention trials aim to halt the progression of complete beta-cell destruction in subjects with established islet autoimmunity (IA). Different approaches have been tested so far, focusing on both pharmaceutical (insulin and monoclonal antibodies) and non-pharmaceutical (vitamin D, omega-3 fatty acids, probiotics, and nicotinamide) interventions, as well as on environmental factors that are believed to trigger autoimmunity in T1D (cow's milk, gluten, and bovine insulin). Albeit certain strategies have displayed efficacy in reducing IA development rates, most efforts have been unsuccessful in preventing the onset of the disease in high-risk individuals. Moreover, significant heterogeneity in study designs, included populations, and explored outcomes renders the interpretation of study results challenging. The aim of this narrative review is to present and critically evaluate primary and secondary prevention strategies for T1D, seeking to fill existing knowledge gaps and providing insight into future directions.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Sodium-Glucose Co-transporter 2 Inhibitors Versus Metformin as the First-Line Treatment for Type 2 Diabetes: Is It Time for a Revolution?
04 Μαρτίου 2022
Sodium-Glucose Co-transporter 2 Inhibitors Versus Metformin as the First-Line Treatment for Type 2 Diabetes: Is It Time for a Revolution?
Theocharis Koufakis, Athanasia Papazafiropoulou , Konstantinos Makrilakis , Kalliopi Kotsa 

Abstract
Sodium-glucose co-transporter 2 inhibitors (SGLT2i) have emerged as a promising therapeutic option for hyperglycemia and its complications. However, metformin remains the first-line pharmacological treatment in most algorithms for type 2 diabetes (T2D). Although metformin is generally believed to exert positive effects on cardiovascular (CV) outcomes, relevant data are mainly observational and potentially overinterpreted. Yet, it exerts numerous pleiotropic actions that favorably affect metabolism and diabetes comorbidities. CV outcome trials have demonstrated cardiorenal protection with SGLT2i among people at high CV risk and mostly on concomitant metformin therapy. However, post hoc analyses of these trials suggest that the cardiorenal effects of gliflozins are independent of background treatment and consistent across the full spectrum of CV risk. Considering the importance of addressing hyperglycemia as a means of preventing diabetic complications and significant knowledge gaps, particularly regarding the cost-effectiveness of SGLT2i in drug-naïve populations with T2D, the position of metformin in the management of people with diabetes at low CV risk remains solid for the moment. On the other hand, available evidence-despite its limitations-suggests that specific groups of people with T2D, particularly those with heart failure and kidney disease, could probably benefit more from treatment with SGLT2i. This narrative mini-review aims to discuss whether current evidence justifies the use of SGLT2i as the first-line treatment for T2D.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Sodium-glucose co-transporter 2 inhibitors in COVID-19: meeting at the crossroads between heart, diabetes and infectious diseases
04 Μαρτίου 2022
Sodium-glucose co-transporter 2 inhibitors in COVID-19: meeting at the crossroads between heart, diabetes and infectious diseases
Theocharis Koufakis, Antonis N Pavlidis, Symeon Metallidis, Kalliopi Kotsa
 
Abstract
Sodium-glucose co-transporter 2 inhibitors (SGLT2i) are a new class of glucose-lowering agents which have changed the landscape of diabetes therapy, due to their remarkable cardiorenal protective properties. The attack of severe acute respiratory syndrome coronavirus 2 on the heart and kidneys shares similarities with diabetes; therefore, the notion that SGLT2i might have a role in the future management of Coronavirus Disease 2019 (COVID-19) is based on a solid pathophysiological hypothesis. SGLT2i have been proved to decrease the expression of proinflammatory cytokines, ameliorate oxidative stress and reduce sympathetic activity, thus resulting in downregulation of both systemic and adipose tissue inflammation. On the other hand, they have been linked to an increased risk of euglycemic diabetic ketoacidosis. Therefore, the efficacy and safety of SGLT2i in COVID-19 are still debatable and remain to be clarified by ongoing randomized trials, to assess whether the benefits of treatment with these drugs outweigh the potential risks.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
The effect of vitamin D supplementation on glycemic status of elderly people with prediabetes: a 12-month open-label, randomized-controlled study
04 Μαρτίου 2022
The effect of vitamin D supplementation on glycemic status of elderly people with prediabetes: a 12-month open-label, randomized-controlled study
Evangelia Zaromytidou , Theocharis Koufakis2, Georgios Dimakopoulos3, Despina Drivakou, Stavroula Konstantinidou , Vasiliki Antonopoulou , Maria Grammatiki , Eleni Manthou, Ioannis Iakovou, Anna Gotzamani-Psarrakou, Kalliopi Kotsa 

Abstract

Background: Data on the efficacy of vitamin D in improving the glycemic status of elderly people with prediabetes are scarce. This open-label, randomized-controlled trial investigated the effect of vitamin D supplementation on glycemic markers of Greek people with prediabetes aged 60 years or above, over 12 months.

Research design and methods: Participants were randomized to a weekly vitamin D3 dose of 25,000 IU (n = 45) or nothing (n = 45), on top of lifestyle measures. Anthropometric and glycemic markers were assessed at baseline, 3, 6, and 12 months.

Results: Supplemented participants demonstrated a significant increase in 25(OH)D concentrations at 3, 6, and 12 months compared to baseline . In the intervention group, fasting glucose was decreased at 6 months compared to baseline (96.12 ± 5.51 vs 103.40 ± 12.05 mg/dl, p < 0.01) and glycated hemoglobin was significantly lower at 6 and 12 months compared to baseline [5.82 ± 0.21% vs 5.87 ± 0.21%, p = 0.004 and 5.80 ± 0.23% vs 5.87 ± 0.21%, p < 0.001, respectively].

Conclusions: Vitamin D could be complementary to lifestyle change strategy for the management of prediabetes in the elderly.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Therapeutic approaches for latent autoimmune diabetes in adults: One size does not fit all
04 Μαρτίου 2022
Therapeutic approaches for latent autoimmune diabetes in adults: One size does not fit all
Theocharis Koufakis, Niki Katsiki, Pantelis Zebekakis , George Dimitriadis, Kalliopi Kotsa

Abstract 
Recent advances in the understanding of latent autoimmune diabetes in adults (LADA) pathophysiology make it increasingly evident that people with LADA comprise a heterogenous group of patients. This makes the establishment of a standard treatment algorithm challenging. On top of its glucose-lowering action, insulin may exert anti-inflammatory effects, rendering it an attractive therapeutic choice for a type of diabetes in which autoinflammation and beta cell insufficiency play major pathogenetic roles. However, there is growing evidence that other antidiabetic drugs, such as metformin, dipeptidyl peptidase-4 inhibitors, glucagon-like peptide-1 receptor agonists, and thiazolidinediones, might have a role in optimizing glycemic control and preserving beta cell function in individuals with LADA, either alone or in combination with insulin. Although most of these drugs have been routinely used in the daily clinical setting for years, large prospective randomized trials are needed to assess whether they are capable of delaying progression to insulin dependence as well as their effects on diabetic complications. The aim of the present review is to discuss the current state and future perspectives of LADA therapy, emphasizing the need for individualized and patient-centered therapeutic approaches.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
The use of sodium-glucose co-transporter 2 inhibitors in the inpatient setting: Is the risk worth taking?
04 Μαρτίου 2022
The use of sodium-glucose co-transporter 2 inhibitors in the inpatient setting: Is the risk worth taking?
Theocharis Koufakis , Omar G Mustafa, Ramzi A Ajjan, Xavier Garcia-Moll, Pantelis Zebekakis , George Dimitriadis , Kalliopi Kotsa

Abstract

What is known and objective: In the outpatient setting, sodium-glucose co-transporter 2 inhibitors (SGLT2i) are recognized as effective agents to optimize glycaemia and also developing robust evidence for cardiovascular (CV) and renal protection in people with type 2 diabetes, particularly those at higher risk. However, data on the safety and efficacy of these drugs in hospitalized patients remain limited. The purpose of this review is to discuss the balance between risks and benefits of SGLT2i use in the inpatient setting.

Methods: PubMed, Embase and Google Scholar databases were searched to identify relevant published work. Available evidence on the mechanisms of action and the safety profile of SGLT2i in the context of their use in hospitalized individuals are summarized and discussed in this narrative review.

Results and discussion: The rationale behind the use of these agents in the inpatient setting is based on the low risk of hypoglycaemia, the practical dosing scheme and the potential to decrease subsequent heart failure admission rates. In addition, data from animal studies indicate the ability of SGLT2i to ameliorate oxidative stress, suppress sympathetic activity, enhance autophagy and promote cardiac remodelling, when administered in the acute phase of CV episodes. On the other hand, these drugs have been linked to specific adverse events related to their mechanism of action, including an increased risk of euglycaemic diabetic ketoacidosis and volume depletion, which raises concerns over their usefulness in inpatients, particularly individuals with multimorbidities.

What is new and conclusion: Potential benefits deriving from the use of SGLT2i in the inpatient setting cannot mitigate possible risks, at least until robust evidence on their efficacy in hospitalized individuals become available. The concept of administering these agents in the acute phase of CV episodes, in people with or without diabetes, requires further evaluation in appropriately designed clinical studies.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Treating latent autoimmune diabetes in adults in the era of cardiovascular outcomes trials: Old dog should learn new tricks
04 Μαρτίου 2022
Treating latent autoimmune diabetes in adults in the era of cardiovascular outcomes trials: Old dog should learn new tricks
Theocharis Koufakis, Prashanth Vas, Kalliopi Kotsa 

Abstract
Background: Latent autoimmune diabetes in adults (LADA) is characterised by pathophysiological and clinical heterogeneity. Hence, the optimal treatment strategy for this type of diabetes remains a clinical challenge.

Aim: To discuss the potential of a modern therapeutic approach for LADA in the context of the novel findings of cardiovascular outcomes trials and stress the controversies surrounding LADA and the barriers in the effective management of people with this type of diabetes.

Methods: We performed a literature search in major biomedical databases in order to retrieve relevant literature. The results of key studies, along with the authors' clinical experience and perspective, are summarised and discussed in this narrative, mini review article.

Results: Insulin remains the primary treatment choice in individuals with low C-peptide levels. Although cardiovascular outcomes trials have mainly recruited participants with type 2 diabetes, recent data suggest that the cardiorenal protective properties of the new therapies are even present in people without diabetes and thus, the extrapolation of their results on LADA individuals sounds reasonable. Therefore, sodium-glucose co-transporter 2 inhibitors (SGLT2is) and glucagon-like peptide-1 receptor agonists should be considered for the management of people with preserved insulin production being at high cardiovascular risk. The risk of diabetic ketoacidosis with SGLT2is requires increased vigilance by treating physicians.

Conclusions: Individualisation, preservation of beta-cell mass and function and cardiorenal protection are the new challenges in LADA therapy.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Type 2 diabetes management in people aged over seventy-five years: targets and treatment strategies
04 Μαρτίου 2022
Type 2 diabetes management in people aged over seventy-five years: targets and treatment strategies
Theocharis Koufakis, Maria Grammatiki, Kalliopi Kotsa 

Abstract

Older people (those aged 65 years or more) with diabetes comprise a heterogenous group of patients with special needs and features; this is particularly true for those aged 75 years or more. It is important that individualized glycemic targets be adopted in this population, after considering life expectancy, presence of diabetic complications and other comorbidities. In general, less rigorous targets and avoidance of overtreatment seems to be a reasonable strategy in daily clinical settings. There is a paucity of data regarding the efficacy and safety of various hypoglycemic agents, especially for those aged over 75. The evidence suggests that sulfonylureas and insulin regimens should be used with caution due to a high risk of hypoglycemia. Dipeptidyl peptidase-4 inhibitors are a good choice for the management of diabetes in older age groups, although a warning against the use of specific agents in people with heart failure is valid. There are insufficient data to decide whether the cardiorenal protective properties of sodium-glucose co-transporter 2 inhibitors outweigh the risks associated with these drugs. The use of glucagon-like peptide-1 receptor agonists by older patients is supported not only by their good safety and efficacy profiles, but also by their potential to improve glucose-independent outcomes, through their pleiotropic actions. The aim of this narrative review is to summarize the evidence on glycemic targets and optimal therapeutic approaches for older patients with type 2 diabetes and discuss the risk-benefit balance of various therapeutic approaches in this group.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Η θέση της ασπιρίνης στην πρωτογενή πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη
04 Μαρτίου 2022
Η θέση της ασπιρίνης στην πρωτογενή πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη
Γ. Αθανασάκης, Α.Κ. Παπαζαφειροπούλου

Α΄ Παθολογική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο, «Τζάνειο» Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά, Πειραιάς

Είναι γνωστό ότι οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων σε σύγκριση με τους μη διαβητικούς. Παρ' όλο που ο προστατευτικός ρόλος της ασπιρίνης στη δευτερογενή πρόληψη των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη είναι αποδεδειγμένος, ο ρόλος της στην πρωτογενή πρόληψη δεν είναι σαφής από τα αποτελέσματα μεγάλων κλινικών μελετών και μετα-αναλύσεων. Οι παρατηρούμενες διαφορές μπορούν να εξηγηθούν από τις διαφορές μεταξύ των διαφορετικών καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου, τις περιόδους παρακολούθησης, την ηλικία και το φύλο των υπό μελέτη πληθυσμών. Πρόσφατα, τα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής ASCEND σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη έδειξαν καρδιαγγειακό όφελος της ασπιρίνης για πρωτογενή πρόληψη, με αυξημένο ωστόσο αιμορραγικό κίνδυνο, που μπορεί να υπερβαίνει το παρατηρούμενο καρδιαγγειακό όφελος. Επομένως, οι πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν τη χρήση της για την πρωτογενή πρόληψη σε ασθενείς με και χωρίς σακχαρώδη διαβήτη υπό συγκεκριμένους όρους. Τέλος, ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να γίνει μια σύνοψη της υπάρχουσας βιβλιογραφίας σχετικά με τον ρόλο της ασπιρίνης στην πρωτογενή πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. 

Αρχ Ελλ Ιατρ, 39(1), Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2022, 17-23
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Role of dipeptidyl peptidase 4 inhibitors in the new era of antidiabetic treatment
28 Φεβρουαρίου 2022
Role of dipeptidyl peptidase 4 inhibitors in the new era of antidiabetic treatment
Matilda Florentin, Michael S Kostapanos, Athanasia K Papazafiropoulou

The last few years important changes have occurred in the field of diabetes treatment. The priority in the therapy of patients with diabetes is not glycemic control per se rather an overall management of risk factors, while individualization of glycemic target is suggested. Furthermore, regulatory authorities now require evidence of cardiovascular (CV) safety in order to approve new antidiabetic agents. The most novel drug classes, i.e., sodium-glucose transporter 2 inhibitors (SGLT2-i) and some glucagon-like peptide-1 receptor agonists (GLP-1 RA), have been demonstrated to reduce major adverse CV events and, thus, have a prominent position in the therapeutic algorithm of hyperglycemia. In this context, the role of previously used hypoglycemic agents, including dipeptidyl peptidase 4 (DPP-4) inhibitors, has been modified. DPP-4 inhibitors have a favorable safety profile, do not cause hypoglycemia or weight gain and do not require dose uptitration. Furthermore, they can be administered in patients with chronic kidney disease after dose modification and elderly patients with diabetes. Still, though, they have been undermined to a third line therapeutic choice as they have not been shown to reduce CV events as is the case with SGLT2-i and GLP-1 RA. Overall, DPP-4 inhibitors appear to have a place in the management of patients with diabetes as a safe class of oral glucose lowering agents with great experience in their use. 

World J Diabetes. 2022 Feb 15;13(2):85-96. doi: 10.4239/wjd.v13.i2.85.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ